Η Κυρία Ανέφικτη

Η συζήτηση αυτή ξεκίνησε από το πρώτο ραντεβού, όταν ακόμα αγνοούσα (ακριβέστερα: υποτιμούσα) το βάθος της BDSM-ικής της εμπειρίας. Της πέταξα μια-δυο πραγματικές εμπειρίες αναμεμιγμένες με φαντασιώσεις μου, εν μέρει για να την εντυπωσιάσω, εν μέρει για να την βολιδοσκοπήσω. Δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δεν επανήλθα. Επανήλθε όμως εκείνη, με υπαινιγμούς τόσο διακριτικούς, που μόνο μετά από οδυνηρή εξοικείωση με τους κώδικές της γίνονται αντιληπτοί. Ένα μεσημέρι που μιλούσαμε στο Skype εκνευρίστηκα: «– Από δω το φέρνεις, από κει το γυρνάς… Γιατί δεν ρωτάς ευθέως; – Τι να ρωτήσω ευθέως; – Αν έχω δοκιμάσει.». Φωτίστηκε το πρόσωπό της. «– Έχεις δοκιμάσει; – Ναι και είναι κάβλα. – Ωωω… τώρα ανέβηκες πολύ στην εκτίμησή μου!». Ζήτησε λεπτομέρειες, τις έδωσα. Το συζητήσαμε κάμποση ώρα. Ερεθίστηκε. «– Ζήτα μου ό,τι θέλεις. Σκηνοθέτησε την φαντασίωσή σου ελεύθερα, χωρίς όρους και πλαίσια. Κι αν έχεις όρεξη, γράψε μου. Γίνου σεναριογράφος, σκηνοθέτης, πρωταγωνίστρια!». Μου έγραψε. Παραθέτω το κείμενό της αυτούσιο, εν γνώσει της και με την άδειά της. Σας παρακαλώ να το διαβάσετε απροκατάληπτα:

«Tο σκηνικό έχει ως εξής. Είμαστε σε ένα δωμάτιο, αυτός γυμνός, με μάσκα, λουράκι στο λαιμό κ πλαγκ κι έχω ένα κουτί. Είναι στα 4, με κοιτά στα μάτια και του τρέχουν τα σάλια. Βλέπει ένα κουτί με σκυλοτροφή, όπου βγάζω ένα μπισκότο κ το τρώει (μόνο το κουτί είναι για σκύλους, τα μπισκότα όχι, αλλά δεν είναι καταπληκτικό mind game; ) Αφού τρώει τον κάνω μια βόλτα στο δωμάτιο με το λουράκι κ πίνει νερό από μπολάκι με τη γλώσσα έξω… Ξαπλώνω στο κρεβάτι κ βλέπω τηλεόραση. Θέλει να ανεβεί πάνω και κάθεται στα πόδια μου. Αρχίζει να με μυρίζει παντού και να με γλείφει από κάτω μέχρι πάνω. Με έχει ερεθίσει πάρα πολύ κ τον γυρίζω μπρούμυτα κ του τρίβομαι ενώ παίζω με το πλαγκ δεν μπορεί να κρατηθεί κ γαβγίζει για να τελειώσει τον χαϊδεύω λίγο μπροστά κ χύνει τον φιλάω, του βγάζω τη μάσκα κ το λουρί πάμε για μπάνιο κ κοιμόμαστε στο κρεβάτι the end. Είναι απλά μια φαντασίωση, χωρίς ξύλο βέβαια, να είσαι επιεικής -:P». 

Το διάβασα επιπόλαια στην αρχή, προσεχτικότερα την δεύτερη φορά. «– Πώς σου φάνηκε; – Καλή ιδέα…» την ειρωνεύτηκα. «– Ωχ τόσο χάλια; – Άκου, θα είμαι ειλικρινής. Πρόκειται για μια θεμιτή BDSM-ική φαντασίωση, ωστόσο αυτό το κατοικίδιο που περιγράφεις δεν είναι Βλαντ. Πολύ λάδι κι από τηγανίτα λίγα πράγματα. Πολύ θέατρο δηλαδή κι ελάχιστη σωματική επαφή. Taboos δεν έχω, σε ρόλους δεν πιστεύω, πιστεύω μονάχα στις ωραίες κάβλες. Όμως θα ξενερώσω. Δεμένος και χωρίς στύση, σε τι θα σου φανώ χρήσιμος; – Ουφφφ καλά ξέχασέ το, έτσι κι αλλιώς μια φαντασίωση είναι. – Όχι, όχι, περίμενε! Εσύ εκπληρώνεις κάθε παράλογη φαντασίωσή μου. Πρέπει να είναι αμοιβαίο. ΘΕΛΩ να είναι αμοιβαίο! Μου επιτρέπεις να το προσαρμόσω στα μέτρα μας; – Σου επιτρέπω…» συγκατάνευσε απρόθυμα. Δεν ασχοληθήκαμε έκτοτε και η φαντασίωση έμεινε στα χαρτιά….

Η σκηνή διαδραματίζεται στην τελευταία μας συνεδρία. Την διέταξα να στηθεί «στα τρία», δηλαδή γονατιστή σε στάση ικεσίας, με τα πέλματα να εξέχουν του κρεβατιού. Ιδού λοιπόν η Ανέφικτη με το μολύβι του Jules De Bruycker:

Πρόγραμμα δεν έχω ποτέ, λειτουργώ με οδηγό την έμπνευση της στιγμής. Σκόπευα να της προσφέρω μερικά πυγοραπίσματα, είτε με την παλάμη είτε με το δερμάτινο paddle. Θα συνέχιζα με μία φάλαγγα (bastinado) με την χειροποίητη βέργα από βερνικωμένο ξύλο τριανταφυλλιάς, που μου κόστισε μια μικρή περιουσία τις μέρες των παχέων αγελάδων. Για cane πήγαινα, όμως ο ξυλουργός με συμβούλεψε σοφά: «– Θα μεταφέρεται δύσκολα… Καλύτερα να περιοριστείς σε εξήντα εκατοστά», όπερ και εγένετο. Και θα ολοκλήρωνα με διείσδυση πρωκτική ή κολπική, αναλόγως τα κέφια μας. Στάθηκα πίσω της λοιπόν και θαύμασα τους γλουτούς της εκ του σύνεγγυς. Στ’ αριστερά μου μια πετσέτα με αραδιασμένα προσεκτικά τα καλούδια, στα δεξιά μου ένα ποτήρι αφρώδης ροδίτης. Καλή επιλογή, δροσερό γλυκόπιοτο κρασί, που δεν απαιτεί ανοιχτήρι… Θυμήθηκα ένα παλιό κλειτοριδικό παιγνίδι. «– Λες να δουλεύει κι εδώ;». Σήκωσα το ποτήρι κι έριξα μερικές σταγόνες χαμηλά στην λεκάνη της. Αιφνιδιάστηκε, ρίγησε, γουργούρισε με ικανοποίηση. Το περισσότερο κρασί την διέτρεξε και σχημάτισε μικροσκοπικούς σταλακτίτες στο εφηβαίο της. Μερικές σταγόνες που λίμνασαν στο ορθό της, τις ρούφηξε μέσα της με γοργές αναρροφήσεις. Πρωτοφανές σε μένα τουλάχιστον, σπινθήρισε την φαντασία μου. Επανέλαβα τελετουργικά την κίνηση με το ποτήρι. Ο σταλακτίτης μεγάλωσε, το κρασί έρρευσε κατά μήκος των μηρών της, μια μεγαλύτερη ποσότητα εγκλωβίστηκε πίσω της. Άνοιξα τρυφερά τους γλουτούς της και προχώρησα στην ανόσια μετάληψη. «– Αχχχ Vladimir μου!». Πρώτη φορά επικαλέστηκε έτσι το ψευδώνυμο και δη με κτητική αντωνυμία. Η γλώσσα μου άνοιγε δρόμο και κείνη με διαδοχικές συσπάσεις την ρουφούσε βαθύτερα μέσα της, όσο επέτρεπε η ανατομία μας. Ακόμη κι αυτή η πλέον απόκρυφη κοιλότητά της μύριζε πούδρα, καθαριότητα και σαμπάνια. Επανέλαβα, μέχρι που άδειασα ένα ποτήρι μέσα της. Ξεκόλλησα από πίσω της και περισυνέλεξα τις πολύτιμες σταγόνες από το εφηβαίο, τους μηρούς, τις γάμπες της. Ήταν υγρή μέχρι τους αστραγάλους, ένα σπάνιο μίγμα σαμπάνιας και των εκκρίσεών μας… «– Δεν γαργαλιέσαι εδώ; – Συνέχισε!». Σκέτη προστακτική, καθόλου ευκτική! Ενόσω τ’ ακροδάχτυλά μου εκτελούσαν το δρομολόγιο από τις γάμπες στην λεκάνη της μετ’ επιστροφής, φίλησα διστακτικά τα πέλματα που σκόπευα να πονέσω. «– Μωρό μου…» μουρμούρισε. Δεύτερη κτητική αντωνυμία. Απέβαλα κάθε δισταγμό και λάτρεψα τα πέλματά της. Δίχως να ρωτήσει, εγκατέλειψε την στάση ικεσίας κι ανασκουμπώθηκε στο κρεβάτι, με τα πέλματα πάντα να εξέχουν. «– Γιατί; – Θέλω να βλέπω!». Έβλεπα κι εγώ μιαν άλλη γυναίκα. Εξίσου πανέμορφη, εξίσου καβλιάρα, αλλά διαφορετική. Κράτησα στοργικά τις πατούσες της, τις έτριψα στο πρόσωπο και το στέρνο μου και τις πήρα στο στόμα μου, σα να τους προσέφερα στοματικό σεξ. Κράμα ικανοποίησης κι αυταρέσκειας το βλέμμα της. Πιπίλισα τα δάχτυλά της ένα-ένα, έγλυφα ανάμεσά τους, μετά όλα μαζί στο στόμα μου – χωρίς πρόγραμμα κι εντελώς αβίαστα…

            «– Πάρε με!» με διέκοψε απότομα. Ο κόλπος της μου φάνηκε αφύσικα υγρός και διεσταλμένος. Το κρασί ίσως; Προτίμησα να παίξω με την κλειτορίδα της: διάλεξα μια φράουλα από το πιάτο που συνόδευε τον αφρώδη και την ξενάγησα στον θαυμαστό της κόσμο. Το βλέμμα της ημέρεψε, αλλά η Ανέφικτη δεν απεμπόλησε την πρωτοβουλία, πίεσε απαλά την φράουλα στην είσοδο του κόλπου της. Την κρατούσα από το κοτσάνι, λόγω όμως της υγρασίας και των συσπάσεων του κόλπου έχασα τον έλεγχο και το θεόσταλτο φρουτάκι κατέληξε μέσα της. «– Μμμ… – Μήπως είναι επικίνδυνο; – Δεν ξέρω.. αχχ!». Λιγάκι ανήσυχος, επιχείρησα να βγάλω την φράουλα με τα δάχτυλά μου, όμως το μόνο που κατάφερα ήταν να την χώνω όλο και βαθύτερα. Έπαιξε κουνώντας κυκλικά τους γοφούς, λες κι είχε μέσα της κινέζικα μπαλάκια. Στο τέλος στήθηκε μόνη της: «– Τώρα! – Έτσι;;; – Έτσι!». Την πήρα λοιπόν, με την συνδρομή του πιο απίθανου «βοηθήματος»… Όταν τελειώσαμε, τα σεντόνια είχανε μουλιάσει από το κρασί και τον χυμό φράουλας. «– Τη νοιώθω ακόμη μέσα μου ξέρεις. Πρέπει να μπω στο μπάνιο…». Την ακολούθησα. Η φράουλα στραπατσαρίστηκε για τα καλά, αλλά δεν πολτοποιήθηκε. «– Τάισε μου την! – Είσαι τρελός… – Παθιασμένος είμαι.». Έχωσε την φράουλα στο στόμα μου και την μοιράστηκε, κολλώντας τα χείλη της στα δικά μου…        

Ωραία μου κυρία.

Γιατί βγήκα ραντεβού, δεν ξέρω. Δεν ξέρω καν από πού άντλησα την δύναμη να ευπρεπιστώ και να οδηγήσω. Είχα αποφασίσει να αποσυρθώ, περίπου ως προϊόν ακατάλληλο προς βρώσιν. Τα θαλάσσωσα, το αναγνωρίζω. Εφικτές και Ανέφικτες, διαθέσιμες και απρόσιτες, παντρεμένες και ελεύθερες – τις πίκρανα και τις απογοήτευσα όλες, μου το ξεπλήρωσαν με τόκο, το διάφορο μεγάλο. «– Δεν κάνω γι΄ αυτό πλέον. Όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Νισάφι ως εδώ, θα κάτσω στ’ αυγά μου.». Ήταν η απόφασή μου για το νέον Έτος, μετά το φριχτό κι αλησμόνητο 2019.

 Δηλώνει σαραντάρα με βαριές υποχρεώσεις, οικογενειακές κι επαγγελματικές. Η κατηγορία γυναίκας που αρπάζει έναν μεζέ στα όρθια κι επιστρέφει στην οικογενειακή θαλπωρή, συνήθως τρέχοντας. Μου κέντρισε το ενδιαφέρον το ψευδώνυμο πρώτα, έπειτα το προφίλ της: τόση μετριοφροσύνη καταντάει επιτήδευση. Της έγραψα, απάντησε μετά από μέρες. Η ίδια μετριοφροσύνη συνυφασμένη με αυτοπεποίθηση. Η γυναίκα αυτή έχει ακλόνητη ιδέα για τον εαυτό της. Μάλιστα. Ιδού μια πρόκληση: τι συμβαίνει όταν ένα στοιχείο της φύσης προσκρούει σ’ ένα άκαμπτο αντικείμενο; Έμενε να καθοριστούν οι ρόλοι, ποιος το στοιχείο και ποιος το αντικείμενο. Και βρεθήκαμε στους Κεφτέδες, στην οδό Βογατσικού.

Κατέφθασε με μικρή καθυστέρηση. Κρατούσε τσάντα Louis Vuitton, μιλούσε σε δύο κινητά που κουδούνιζαν ασταμάτητα, πότε με το σπίτι της, πότε με το αφεντικό της. Κάθισε χωρίς να ζητήσει συγγνώμη και παρήγγειλε μία… σαλάτα. «– Α, τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Μου έλαχε ο Γκόρντον Γκέκο της Σαλονίκης. Μια ωρίτσα το πολύ και μετά δρόμο». Βοούσαν όλες οι Φωνές μέσα μου να σηκωθώ και να φύγω, άλλως να το διεκπεραιώσω ως επαγγελματικό ραντεβού και μετά «χάρηκα, είσαι πολύ ενδιαφέρουσα γυναίκα». Ωστόσο, εκείνη την κρίσιμη στιγμή άρχισαν οι ευχάριστες ανατροπές. Από την πανάκριβη τσάντα έβγαλε ένα ζευγάρι Stan Smith ν’ αντικαταστήσει τα δωδεκάποντα. Έκλεισε τα κινητά και το χαμόγελό της φώτισε τη νύχτα. «– Συγγνώμη για την καθυστέρηση, πάρκαρα στην ΧΑΝΘ και περπάτησα ως εδώ. Δείχνεις νεότερος και το ξέρεις!» με κολάκεψε και με αφόπλισε συνάμα. Χαμογέλασα. «- Ένας επιδεικτικός νάρκισσος είμαι. Μια στιλβωμένη αντίκα. Κάτω από το μπράσο δεν έχει τίποτε να δεις. – Καλά, ας φάμε πρώτα και θα σου πω. Σε πειράζει να τσιμπάω από την μπριζόλα σου; – Παρακαλώ!». Έφαγε όλο το ψαχνό «– μούρλια ε;;» και μου άφησε το κόκκαλο.

Η ομορφιά της με αποσβόλωσε. Υπνωτίστηκα από τα μαλλιά, τα μάτια, τα χείλια, τις χειρονομίες της, την παρακολουθούσα με θαυμασμό, εισέπνεα το άρωμά της με βουλιμία. «– Δεν με βοηθάς όμως… Μόνο εγώ μιλάω!». Δικαιολογημένα παρεξήγησε τον θαυμασμό μου για αμηχανία. Χρειαζόμουν επειγόντως βοήθεια, έβλεπα να φυτρώνει μια απογοήτευση τύπου «έχασα την βραδιά μου με δαύτον». Προσέτρεξα στον παλιό καλό μου φίλο, τον Γιάννη Μπουτάρη. Παρήγγειλα μια «Σαμαρόπετρα» και την ήπια σχεδόν μονάχος μου. Να φλερτάρω χωρίς τσιγάρο είναι ήδη δύσκολο, χωρίς αλκοόλ είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Μετά τις πρώτες γουλιές γρήγορα αναθάρρησα. Ξεκίνησα τον μονόλογο, προσαρμοσμένο στην περίσταση. Ήταν η σειρά της να με παρακολουθήσει σιωπηλή για κάμποση ώρα. Άρχισα με τα τετριμμένα και αναμενόμενα, πέρασα σε πιο προσωπικές εκμυστηρεύσεις και μετά εξαπέλυσα την επίθεση: της ανέπτυξα μια φαντασίωσή μου, βολιδοσκόπησα την αντίδρασή της, ήταν ενθαρρυντική. Κλιμάκωσα, επανήλθα με μια φαντασίωση που περιλάμβανε εκείνη. Ζήτησα κάποτε από το φλερτ μου μια φαντασίωση και εισέπραξα μια αληθινή εμπειρία της με τρίτους… Το πικρό δίδαγμα είναι πως, όταν σκαρφίζεσαι φαντασίωση, ο συνομιλητής υπολαμβάνει ασυνείδητα πως θ’ αποτελεί μέρος της. Βάδιζα λοιπόν την πεπατημένη κι όλα εξελίσσονταν κατ’ ευχήν. Τέρμα η περισυλλογή, βρίσκω επιτέλους την φόρμα μου, επανέρχεται ο παλιός κακός μου εαυτός, ώσπου: «– Ωραία τα λες Vladimir, όμως… έχεις πείρα;» με αιφνιδίασε. Ερώτηση εύλογη, αναπάντεχη, υπονομευτική. Μετά βίας χαλιναγώγησα την φυσική παρόρμηση να  πιάσω το πρώτο πρόσωπο ενικού, που τόσο απεχθάνομαι. Άλλο δίδαγμα από το παρελθόν: όταν περιαυτολογείς, ο συνομιλητής σου νοιώθει υποχρεωμένος να στο ανταποδώσει, ώστε ν’ αποδειχθεί τουλάχιστον εφάμιλλος. Το έπαιξα αυτό το παιχνίδι με πρόσωπο αγαπημένο και σας διαβεβαιώ πως είναι ανόητο, στο τέλος χάσαμε αμφότεροι. Όποιος μυθοποιεί το παρελθόν, αναπόφευκτα απεμπολεί την ευκαρία για ένα κάποιο μέλλον. Κάθε αναδρομή στο τότε συνιστά σύγκριση με το τώρα – και ποιος αντέχει να υπερπηδάει τους πήχεις των άλλων στο διηνεκές; Ανασκουμπώθηκα. «- Πείρα ομολογώ πως δεν έχω. Έχω όμως διάθεση και φαντασία. Και γενικά μαθαίνω γρήγορα. Θα ‘θελες άραγε να μου μάθεις;». Το εκτυφλωτικό χαμόγελο διαδέχθηκε ένα περιπαιχτικό γέλιο: «– Ουυυυ να σου τα μάθω επί τόπου! Διάβασα την τριλογία της E. L. James και βλέπω βιντεάκια στο redtube! Μπορώ να σου στείλω links αν θέλεις! Άρα είμαστε δύο αρχάριοι. Πού πάμε Vladimir; Τι θα κάνουμε οι δυο μας;». συνέχισε να με υποτιμά. Δεν με αποθάρρυνε, έχω συνηθίσει να με υποτιμάνε, σχεδόν μου αρέσει, σχεδόν πάντα το εκμεταλλεύομαι. «– Λογικά σκέφτεσαι, δεν αντιλέγω. Πλην όμως, η φαντασίωσή μου αφορά εσένα και μόνο. Εσύ την ενέπνευσες, εσύ πρωταγωνιστείς, σου ανήκει. Τα τεχνικά θα τα βρούμε με πειράματα, δοκιμές και σφάλματα. Την έμπνευση όμως; Έπειτα, τι σημαίνει πείρα; Την πρώτη μας φορά θα είμαστε εξ ορισμού παρθένοι ο ένας για τον άλλον, αυτό δεν το αλλάζει καμιά προηγούμενη εμπειρία. Γίνε η Μούσα μου! Κι εγώ ο Πυγμαλίων σου!».

Δεν έπαιζα θέατρο, κυριολεκτούσα, τα αισθήματα ξετινάχτηκαν από μέσα μου σαν τυλιγμένο ελατήριο. Και την άγγιξαν. Παράτησε το σαρκαστικό χαμόγελο, χαμήλωσε το βλέμμα, έπαιζε αμίλητη με το πώμα. Εξέταζε την πρότασή μου. Ω, πόσο θα ‘θελα ένα γαμημένο τσιγάρο τώρα! Ένευσα στον σερβιτόρο. «– Έχουμε παγωτό βανίλια και σουφλέ σοκολάτας. – Την σοκολάτα!» ομοφωνήσαμε και σκάσαμε στα γέλια, αφήνοντας το γκαρσόνι ν’ απορεί. Μας προσέφερε ένα τεράστιο μπολ μα λησμόνησε τα κουταλάκια. Σκεφτήκαμε το ίδιο ταυτόχρονα, ισχυρή ένδειξη αμοιβαιότητας. Τα γέλια φύγανε, δώσανε την θέση τους στην λαγνεία. Ουδείς ωστόσο τόλμησε να ταΐσει τον άλλον με το δάχτυλο. Κοιταζόμασταν επίμονα, μέχρι που έσπευσε ο σερβιτόρος με δυο κουταλάκια και διέλυσε την αιθάλη…

«– Έλα να σε ασπαστώ» είπε καθώς την ξεπροβόδιζα στην κατάφωτη λεωφόρο Νίκης. Με αγκάλιασε και με φίλησε στο μάγουλο, όφειλε να επιστρέψει στην καθημερινότητά της. Πλήρωσα τον λογαριασμό και αποτελείωσα το ποτήρι της. Μετάλαβα λίγους από τους χυμούς της, αναμεμειγμένους με άφθονο κραγιόν…  Χάζευα τάχα μου αδιάφορα τα νεαρά ζευγάρια που συνέρρεαν στο μαγαζί. Τόσο νέοι, αμέριμνοι, ανυποψίαστοι. Μακάριζα και συμπονούσα εξίσου. Τηλεφώνησε, υποσχέθηκε να μου ανταποδώσει με την πρώτη ευκαιρία. «– Ήπια το υπόλοιπο κρασί σου! – Ω, τώρα έμαθες τα μυστικά μου!.».. Παύση γοητευτική κι έπειτα: «– Vladimir… Γιατί δεν το έκανες; – Επειδή έπρεπε να επιστρέψουμε και οι δυο στα σπίτια μας. Κι αν το έκανα, δεν θα επέστρεφε κανείς. Ας το αφήσουμε για το επόμενο ραντεβού, δεν θα διστάσω!» την απείλησα.

Περπάτησα στην παγωμένη παραλία να ξενερώσω, άλλωστε έπρεπε να οδηγήσω, είχα παρκάρει στον ΟΛΘ. Σήκωσε μπουκαδούρα κι ο Θερμαϊκός βρωμούσε υπέροχα. Πολύτιμες στιγμές αναστοχασμού: ανέφικτες σχέσεις. Ένας απ’ τους δυο παντρεμένος, συχνά και οι δύο. Υποθήκη ασήκωτη, η επίγνωση πως είσαι το side dish στη ζωή του άλλου / της άλλης, ο πουρές ή το πιλάφι στο πιάτο του / της. Πρόγευση θνητότητας να προβλέπεις (και πολλοί προβλέπουν) πως έχει πεπερασμένη διάρκεια ζωής. Ή οι εραστές εξ αποστάσεως. Ο ένας εδώ, ο άλλος κάπου μακριά. Μοναξιά ατελείωτη. Το «καλώς όρισες» να ισοδυναμεί με «εις το επανιδείν». Κάθε λεπτό μαζί της σε φέρνει πιο κοντά στον αποχαιρετισμό. Κάθε οργασμός της τιμωρείται με δάκρυα και φουσκωμένους λογαριασμούς στα κινητά.  Αρκετούς ανθρώπους πλήγωσα, μήπως πρέπει ν’ αποσυρθώ οριστικά; Αναζήτησα ανακούφιση στους στίχους του ποιητή από την Χαλκίδα:

Ωωω… τα’ άνθη τα’ αγκάθια, όλα έρχονται στη φύση
Κι όλα φεύγουν στην ώρα τους. (Την τύχη τους νάχα…)
Εγώ τι; Στη ζωή, έχω βιαστεί νάρθω τάχα
Ή αργήσει;

Κράτησα το εισιτήριο του parking για ενθύμιο και κίνησα για το σπίτι.

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Φρίττω στην σκέψη ότι κάποιοι δεν είχατε καν γεννηθεί πριν από τριάντα χρόνια. Οι περισσότεροι ήσαστε πολύ πιτσιρίκια για να θυμάστε τον χιονιά του 1988. Στους μεγαλύτερους έμεινε αξέχαστος: παραμονές Χριστουγέννων, ένα κύμα πολικού ψύχους από τα βάθη της Σιβηρίας πάγωσε την βόρειο Βαλκανική. Έσμιξε με αχνιστούς υδρατμούς πάνω από το Αιγαίο και από την σύζευξή τους γεννήθηκε η Χιονοθύελλα. Επί ένα εικοσιτετράωρο χιόνιζε ασταμάτητα. Είκοσι εκατοστά η χιονόστρωση στον Λευκό Πύργο, ένα μέτρο στο μπαλκονάκι της οδού Φιλίππου. Και μετά ένας εκτυφλωτικός ήλιος πάγωσε τα πάντα: μηδέν ατμοσφαιρική υγρασία να συγκρατήσει την θερμότητα, το λευκό να αντανακλά την ακτινοβολία πίσω στο διάστημα, η Σαλονίκη μετατράπηκε σε παγοδρόμιο. Θυμάμαι ωστόσο την στωικότητα και την αξιοπρεπή καρτερία των Σαλονικιών. Ελάχιστοι κατάφεραν να πάνε στις δουλειές τους, οι περισσότεροι έμειναν στα σπίτια τους και δεν χάλασε κι ο κόσμος βρε αδερφέ! Έτσι κι αλλιώς προσδοκίες δεν υπήρχαν, οι δημόσιες υποδομές ήσαν ακόμη πρωτόγονες. Ο ευφημισμός «ακραίο καιρικό φαινόμενο» δεν είχε επινοηθεί κι εξάλλου το χιόνι Δεκέμβρη μήνα δεν θεωρούνταν «ακρότητα». Δεν υπήρχαν ιδιωτικές τηλεοράσεις να τρομοκρατήσουν τον κόσμο με στερεότυπα όπως «χιονιάς-φονιάς», «παρέλυσε η Θεσσαλονίκη, ανήμπορος ο κρατικός μηχανισμός, ο εισαγγελέας διέταξε προκαταρκτική έρευνα». Κάθε θαύμα μία μέρα, το μεγάλο τρεις – αυτή ήταν τότε η προσέγγιση.

Ο υπάλληλος του ΚΤΕΛ ήταν αποκαρδιωτικός. «– Τι α σε πω φιλλλαράϊκ, το Δερβέϊν δεν περπατιέται. Έλλλα κι άμα είσαι τυχερός θα φύγς!» με ενημέρωσε με άψογη προφορά. Εγώ όμως επειγόμουν να ταξιδέψω στην ιδιαίτερη πατρίδα. Ξέμενα από καθαρά εσώρουχα και σε λίγο θα αντιμετώπιζα το φάσμα της ασιτίας. Τα λεφτά σώνονταν, η Λέσχη κλειστή, όμως κι ανοιχτή να ‘ταν είχα πια σιχαθεί τις αηδίες τους. Σε λίγο ή θα πεινούσα ή θα έπραττα το αδιανόητο για έναν ευπατρίδη σαν εμένα: θα μαγείρευα… Ζαλώθηκα λοιπόν τον σάκο μου και περπάτησα την Αγίου Δημητρίου μέχρι το πρακτορείο της οδού Λαγκαδά. Το αδιαχώρητο. Φοιτητές που έδειχναν να το διασκεδάζουν, φαντάροι που βλαστημούσανε τον καιρό. Θα περνούσαν τις πολύτιμες μέρες της άδειας τους στο πρακτορείο, καθώς φαίνεται. Επίσης πολλοί άστεγοι, που αναζήτησαν άσυλο από την παγωνιά. Παριστάνοντας τους ταξιδιώτες διέσωζαν την εναπομείνασα αξιοπρέπειά τους. Η ατμόσφαιρα αποπνικτική, τότε επιτρέπονταν το κάπνισμα κι απαγορεύονταν μονάχα «το πτύειν χαμαί», όπως διαμήνυε μια αρχαία τσίγκινη επιγραφή. Παρήγγειλα έναν φραπέ (αυτό έπινα χειμώνα-καλοκαίρι) και βγήκα να εισπνεύσω καθαρό αέρα.

Αν δεν μου μιλούσε, δεν θα την πρόσεχα. Την θυμόμουνα κοριτσάκι στο Γυμνάσιο, τώρα ήτανε κοτζάμ γυναίκα. «– Ο Βλαντιμίρ, σωστά; Με θυμάσαι;». Αναγνώρισα τα μικρά παιδιάστικα μάτια της. Φορούσε μαύρα άρβυλα, μαύρο παντελόνι, μαύρο πουλόβερ και πανωφόρι, μέχρι και τα νύχια της ήταν βαμμένα μαύρα, δεκαετίες προτού ακούσω για goth και darkwave. Την αγκάλιασα, της προσέφερα καφέ, καπνίσαμε μερικά τσιγάρα. Φιλοσοφική Αθηνών σπούδαζε. Το λεωφορείο τους αδύνατο να προσπελάσει το «Δερβέϊν», τους αποβίβασε στο πρακτορείο. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 οι φιλόλογοι διορίζονταν αμέσως και η βεβαιότης της επαγγελματικής αποκατάστασης (o tempora o mores!) είχε εκτοξεύσει τις βάσεις της Φιλοσοφικής ψηλότερα και από Νομική κι απ’ όλα. «– Ώστε τα κατάφερες ρε θηρίο, μπράβο! Όμως γιατί στους χαμουτζήδες; Γιατί όχι εδώ; – Να σου πω Βλαντιμίρ, αποφάσισα ν’ αποτινάξω την χωριατίλα από πάνω μου. Κακά τα ψέματα, νομίζαμε ότι μεγαλώναμε σε πόλη, όμως μεγαλώσαμε σ’ ένα μεγάλο χωριό, όπου οι πάντες ξέρουνε τα πάντα κι έχουν άποψη για άπαντες.». Για την γενέτειρα δεν διαφώνησα, όμως γινόμουνα σιγά-σιγά ξεροκέφαλος τοπικιστής – Σαλονικιός με μια λέξη: «– Και είναι χωριό η Θεσσαλονίκη; Μόνο φέτος είχαμε Biennale, είχαμε την σκακιστική Ολυμπιάδα, χώρια το φεστιβάλ κινηματογράφου, χώρια το ΑΠΘ. Δεν αρκούν αυτά; – Καλέ μου Βλαντιμιίρ, μια χαρά είναι η Θεσσαλονίκη. Οι άνθρωποι είναι το πρόβλημα, όχι η πόλη. Πες μου, με ποιους κάνεις παρέα εδώ στην κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη;». Είχε δίκιο, με τον έναν κολλητό ήμαστε συμμαθητές από το Δημοτικό, με τον άλλον από το Γυμνάσιο. Σιώπησα. «– Αφού έπρεπε να ξενιτευθώ, σκέφτηκα πως όσο μακρύτερα, τόσο καλύτερα. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Νέο ξεκίνημα. Να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου χωρίς εφαλτήριο, αλλά και χωρίς βαρίδια από το παρελθόν». Είπε κι άλλα πολλά, ήταν σαγηνευτική συνομιλήτρια. Νύχτωνε νωρίς, ο σταθμάρχης ανακοίνωσε πως τα δρομολόγια ματαιώνονται μέχρι νεοτέρας. «– Κανόνισα να μείνω στης Κατερίνας απόψε. – Σαχλαμάρες, η Κατερίνα μένει στην Γαμβέτα, στην άλλη άκρη της πόλης. Αδύνατο να περπατήσεις ως εκεί. Έλα να μείνεις σε μένα, ο συγκάτοικός μου πρόλαβε κι έφυγε πριν τα χιόνια, θα έχεις δικό σου δωμάτιο. Και το πρωί βλέποντας και κάνοντας.». Συμφώνησε αμέσως, άλλωστε δεν είχε επιλογές. Ανηφορίσαμε φορτωμένοι την Αγίου Δημητρίου, έρημη από αυτοκίνητα και πεζούς. Το χιόνι είχε παγώσει για τα καλά, γλιστρούσαμε και πέφταμε, κάναμε τσουλήθρες, το διασκεδάζαμε με την καρδιά μας. Μουσκέψαμε μέχρι σώβρακο, όμως ήμαστε νέοι, υγιείς και αμέριμνοι – δηλαδή ευτυχισμένοι.

Απλώσαμε τα ρούχα μας στα καλοριφέρ. Ο Κύπριος στην Ιασονίδου έκανε χρυσές δουλειές. Πήραμε σεφταλιές, ανοίξαμε κι έναν κόκκινο «Μακεδονικό» του Τσάνταλη. Σε εξαιρετικές περιστάσεις έπινα «Νάουσα» ή «Γκραν Ρεζερβέ». Φτηνοδουλειές όλα, όμως αυτά μπορούσα τότε και δεν ξέμενα ποτέ από κρασί. «– Μ’ αρέσει ρε Βλαντ που δεν έχεις ποτήρια για νερό, αλλά έχεις εξάδα κολωνάτα! – Ναι, είμαι η εντελώς προσωπική μου εκδοχή του bon viveur.». Ευθυμήσαμε. Έπινε πολύ η αφιλότιμη και δεν της φαίνονταν. Ανοίξαμε και τον Μπουτάρη, οι γλώσσες λύθηκαν. Απίθωσε το κολωνάτο της αποφασιστικά. «– Ξέρεις Βλαντ, στο Γυμνάσιο ήμουν ερωτευμένη μαζί σου. – Με μένα; Γιατί; Θέλω να πω, ένα άσχημο σπασικλάκι ήμουνα, τι μου έβρισκες; – Άσχημος δεν ήσουν. Ιδιόρρυθμος σίγουρα. Και είχες ένα αυτάρεσκο χαμόγελο ρε φίλε… Μου έρχονταν να σου στράψω δυο χαστούκια, να σου πω ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε;;;; – Δεν το ‘ξερα, δεν μου μίλησες ποτέ». Χαμογέλασε . «– Να, βλέπεις που δεν αλλοιώνεται ο πυρήνας μας; Κατά βάθος παραμένεις το ίδιο αλαζονικό καθήκι! ΕΜΕΝΑ περίμενες να σου μιλήσω; Μου ‘δωσες ποτέ σημασία; Ανταλλάξαμε μια κουβέντα εκτός από καλημέρα-καλησπέρα;». Είχε και πάλι δίκιο. Το ξαναβούλωσα και πέταξα τα πιάτα στο νεροχύτη.

Την συνέλαβα επ’ αυτοφώρω να σκαλίζει τα βιβλία μου. «– Αυτό που ξεφυλλίζεις είναι για την Σχολή. – Ναι, δεν καταλαβαίνω λέξη! Τι σπαζοκεφαλιά! Τι άλλο διαβάζεις τούτη την εποχή; – Μόλις τέλειωσα το Μήλον της Έριδος, του συνταγματάρχου Woodhouse. Τελευταία με απασχολεί ο Εμφύλιος. Ο συνταγματάρχης υπηρέτησε στην κατεχόμενη Ελλάδα ως σύνδεσμος της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής με τον ΕΛΑΣ. Είναι η ιστορία του Εμφυλίου δοσμένη από έναν φιλέλληνα, που όμως δεν μασάει τα λόγια του, γράφει τι σκατολαός είμαστε. Τώρα έπιασα το Κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός του Πουλαντζά. Είναι πυκνογραμμένο και η μετάφραση Βέλτσου το κάνει ακόμα πιο δυσνόητο. – Μάλιστα! Κι από λογοτεχνία πώς πας;». Εδώ άρχισα να δυσφορώ για τα καλά. Ξέρω την ακαταστασία μου, έχω συμφιλιωθεί με τις αδυναμίες του χαρακτήρα μου, αλλά ως εδώ και μη παρέκει! «– Δεν έχω χρόνο. Σε τι ακριβώς χρησιμεύει η λογοτεχνία; – Χα, καλή ερώτηση! Σε τι χρησιμεύει η Τέχνη γενικότερα; Η λογοτεχνία ποτίζει μέσα μας, μας μαλακώνει, μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Ενδιαφέρεσαι λες για τον Εμφύλιο. Μπορείς να διαβάσεις την Ελένη του Γκατζογιάννη, να εξετάσεις τον πόλεμο βιωματικά, χωρίς ημερομηνίες και τοπωνύμια ή αν θες….». Με είχε πλέον εξοργίσει. Τι είσαι συ μωρή καριόλα, που θα μου δώσεις διάλεξη περί λογοτεχνίας; Την βούτηξα από το μαλλί και την πέταξα στο κρεβάτι. Δεν αντιστάθηκε. Χίμηξα πάνω της και την τρύπησα. Και τα εσώρουχά της ακόμη μαύρα ήταν. Η οργισμένη αλείαντη διείσδυση με έφερε σε πρόωρο οργασμό. Έκαμα να τραβηχτώ, όμως με φυλάκισε με τις γάμπες της. «– Εντάξει είναι μωρό μου» είπε απαλά. Εξερράγην μέσα της. Καπνίσαμε ένα τσιγάρο, ύστερα ένα δεύτερο. Εικοσάρης πράμα ήμουν, η στύση επανήλθε ακαριαία. Τούτη την φορά ήταν υγρή, ο κόλπος της έκαιγε, έφτανε σε οργασμό γρήγορα. Οι διαδοχικοί της οργασμοί με φούσκωσαν με αυτοπεποίθηση, τώρα πια αργούσα εγώ, το πέος μου ήταν άκαμπτο κι ασυγκίνητο σαν χαλύβδινο έλασμα. Αποστασιοποιήθηκα από κείνο το αναίσθητο κομμάτι μου κι εστίασα πάνω της. Δημοφιλής δεν ήτανε στο σχολείο. Ούτε ξανθιά ούτε μοδάτη. Δεν ανήκε σε «κλίκες», δεν ήταν «one of the girls». Είχε συνηθίσει να την υποτιμούν. Δεν είχε επίγνωση της ομορφιάς της. Ομόρφαινε όταν έμπαινα μέσα της κι όσο πλησίαζε σε οργασμό ομόρφαινε περισσότερο, ώσπου γινόταν η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Με κοίταζε με έκπληξη κι ευγνωμοσύνη, λες κι έκανα ανδραγάθημα. Έβλεπα βαθιά στα μάτια της, θυμήθηκα έναν στίχο που συνόψισε την συγκυρία: «τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα». Σείονταν η λεκάνη της, το κορμί της ολάκερο, το στόμα της έχασκε, τα υγρά της, το σάλιο, ο ιδρώτας της τινάζονταν πάνω μου, τα κατάπινα λαίμαργα, τα αντάλλαζα με τα δικά μου. Έμπηγε τα νύχια της στην πλάτη μου, τραβούσε τα μαλλιά μου, τράνταζε το μικρό διαμέρισμα με τα βογγητά της. Έπειτα διάλειμμα για τσιγάρο και δυο γουλιές κρασί, χωρίς να σηκωθούμε από το κρεβάτι παρά μόνο για τουαλέτα. Το κάναμε αμίλητοι, μουγκρίζοντας όπως τ’ αγρίμια, που δεν ξεκολλάν από το ταίρι τους παρά μόνον όταν ξεπληρώσουν το χρέος στη γενιά τους. Πρέπει να αποκοιμήθηκα κατά το χάραμα, γυμνός και άπλυτος στην αγκαλιά της.

Το μεσημέρι με ξύπνησε θόρυβος από τεντζερεδικά. «-. Μόνο μακαρόνια έχεις! Άνοιξε ευτυχώς ο μπακάλης και ψώνισα δυο πράγματα. Επίσης συμμάζεψα όσο μπορούσα. Αλήθεια Βλαντ, πώς ζεις σ’ αυτό το χάλι; – Δεν πρωτοτυπείς εν προκειμένω, την ακούω συχνά αυτή την ερώτηση. – Ω, η κοπέλα σου; Η μαμά μου…». Έφαγα όλη σχεδόν την κατσαρόλα, η καρμπονάρα της μου φάνηκε το εκλεκτότερο έδεσμα του Michelin, είχα μήνες να φάω σπιτικό φαγητό. «– Τι να πω; Είσαι ένας άγγελος! Πώς μπορώ ν’ ανταποδώσω; – Θα μου δείξεις τις ομορφιές της κοσμοπολίτικης Θεσσαλονίκης;». Προτίμησα την ερωτική Άνω Πόλη. Ανηφορίσαμε μέχρι τους Κήπους του Πασά με τα απόκοσμα αγάλματα, δρασκελίσαμε την Ακροπόλεως, βρεθήκαμε στην οδό Μαύρης Πέτρας. Περπατήσαμε τον δρόμο της λήθης… Τα ταβερνάκια στο Τσινάρι ήταν κλειστά, δεν κυκλοφορούσε ψυχή ζώσα. Την ξενάγησα στην πλατεία Τερψιθέας. Ηλεκτριστήκαμε από τον τουρμπέ του Μουσά Μπαμπά, αφεθήκαμε στον μυστικισμό ενός μοναχικού τάφου στην μέση μια πλατείας. Σαν φιγούρες σε πίνακα του Giorgio de Chirico, μονάχα τόπος, εκτός χρόνου και άνευ αιτίας.

Νύχτωσε, τα χνώτα μας άχνιζαν, τα δάχτυλα ξύλιασαν. Μας τύλιξε παγωμένη ομίχλη. Ανατρίχιασε. «– Νεκροί και ζωντανοί πλάι-πλάι. Καμιά φορά δύσκολα τους ξεχωρίζεις. Θα βρούμε ανοιχτό καφέ λες;». Κάναμε ένα κουράγιο μέχρι τον Τζότζο στην μονή Βλατάδων. Είχε κάνα δυο παλιούς μπεκρήδες μέσα. Μας κέρασαν κρασιά, ξεθάρρεψαν, κάθισαν στο τραπέζι μας. Ο Τζότζος τηγάνισε κεφτέδες και πατάτες στο πετρογκάζ. Μιας και δεν είχαμε τίποτε σημαντικό να διηγηθούμε από τις ζωές μας, ακούσαμε τις χιλιοειπωμένες ιστορίες τους: Μικρασία, προσφυγιά, Κατοχή. «– Εδώ απάνω δεν τολμούσαν μήτε οι Γερμανοί! Ελεύθερη Ελλάδα, κράτος εν κράτει!». Κι ύστερα ο Εμφύλιος. «– Σκότωνε η ΟΠΛΑ, σκότωναν και οι ΠΑΟτζήδες, χυμένα μυαλά στα σοκάκια. Στον πόλεμο αυτό νικούσαν πάντα οι ξένοι, οι Γερμανοί πρώτα, μετά οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί. Ρίχνανε λάδι στην φωτιά, μια χαρά τους βόλευε ο σπαραγμός. Μας έστειλαν και τον Ζαχαριάδη απ’ το Νταχάου, φρέσκο και βουτυράτο με στολή Εγγλέζου λοχαγού – και τότε βαλ’ του ρίγανη!». Εκείνη μου έριχνε λοξές ματιές και πότε-πότε με σκουντούσε με το γόνατο. «– Ο Εμφύλιος που λέγαμε. Απόψε τον ζεις με τα μάτια του αυτόπτη». Ήθελα να αντιλέξω πως η Ιστορία δεν αφηγείται. Ερμηνεύει και προβλέπει εκείνα τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Διότι την ιστορίαν μου έγραψα ως θησαυρόν παντοτεινόν και όχι ως έργον προωρισμένον να υποβληθή εις διαγωνισμόν και ν’ αναγνωσθή εις επήκοον των πολλών, διά να λησμονηθή μετ’ ολίγον1. Μα είχα πιει πολύ για σοβαρές συζητήσεις.

Επιστρέψαμε κουτρουβαλώντας την Επταπυργίου. Ίσα που πρόλαβε να πετάξει το πανωφόρι της και την κάρφωσα από πίσω, στα όρθια, με τις παλάμες της κολλημένες στον τοίχο. Και μετά στον πάγκο της κουζίνας, στο γραφείο, στη ντουζιέρα. «Θέλω και τον πόνο σου!» ούρλιαξε. Πήρε κι έδωσε πόνο γενναιόδωρα, μέχρι που άνοιξε για τα καλά ο δρόμος προς τα σωθικά της. Φορούσε – κι ήταν η πρώτη μου φορά – μαύρο δαντελωτό κορμάκι δίχως εσώρουχο, αισθησιακότατος συνδυασμός που αργότερα έγινε από τους αγαπημένους μου «- Νοιώθω θηλυκότερη. Και μ’ αρέσει να κυκλοφορώ με ένοχο μυστικό! Εσύ Βλαντ έχεις ένοχα μυστικά; – Πολλά, αλλά δεν θα τα βρεις στα συρτάρια μου.». Ζουλούσα άτεχνα τους μαστούς της σα να τους άρμεγα, τραβούσα τα μαλλιά της, την δάγκωνα, την χαστούκιζα, την φίμωνα με τα δάχτυλα. Ορνιθοσκαλίσματα ενός αδαούς φοιτητάκου. Η μαστοριά του να στύβω το γυναικείο κορμί και ν’ απομυζώ τους χυμούς του ήρθε πολύ αργότερα.

Ξημέρωνε παραμονή Χριστουγέννων. Οι συγκοινωνίες αποκαταστάθηκαν κουτσά-στραβά, αν και το λεωφορείο έκαμε τέσσερις ώρες μέχρι το Ζαγκλιβέρι. «– Τι κάνουμε τώρα Βλαντιμίρ; Πού βρισκόμαστε;». Ανασήκωσα τους ώμους. «– Ιδέα δεν έχω! Εσύ τι προτείνεις;». Μου έδωσε τον αριθμό του πατρικού της. «– Θα τον χρησιμοποιήσεις; – Να είσαι βέβαιη!». Δεν τηλεφώνησα ποτέ. Έλαβα ευχαριστήρια επιστολή της τον Γενάρη. Στρογγυλά γράμματα, ορθογραφία και συντακτικό αντάξια μιας φιλολόγου, ερωτισμός κι εξομολογητική διάθεση πίσω από τον αυτοσαρκασμό της. Χαριτωμένα που γράφει! Με προσκάλεσε στην Αθήνα να μου ανταποδώσει την φιλοξενία, μα δεν αποκρίθηκα. Μου ‘γραψε και τον Μάρτιο. Θα περνούσε τις διακοπές του Πάσχα στην γενέτειρα και θα ‘θελε – αν ήθελα κι εγώ – να βρεθούμε μερικές μέρες νωρίτερα. Ούτε τότε. Διανύαμε ήδη το «βρώμικο ‘89», είχα αναμιχθεί και στην πολιτική, διάβαζα Πουλαντζά και Γκράμσι, κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος, (ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα· τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις)… Υποκρισίες! Δεν της έγραψα ποτέ, όχι ελλείψει χρόνου, αλλά επειδή λιγουρευόμουνα την ξανθιά γαλανομάτα αρχιτεκτόνισσα (αργότερα αποκαταστάθηκε μ’ έναν μεγαλοεργολάβο και δεν ξανακούστηκε). Κι επειδή κατά βάθος την υποτιμούσα, την θεωρούσα δεύτερο, πάρεργο, επιπόλαιη χριστουγεννιάτικη περιπέτεια, κατάλληλη για τον Τζότζο, ακατάλληλη για την υψηλή διανόηση του Belair. Χαθήκαμε.

Είκοσι Χριστούγεννα αργότερα, κουστουμάτος σαραντάρης και ανερχόμενος επαγγελματίας, ψώνιζα δώρα για συγγενείς και φίλους. Δεν άλλαξε απλώς ο αιώνας, άλλαξε ο πλανήτης: η κραταιά Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη, η Γιουγκοσλαβία το ίδιο, τα ηλεκτρονικά κατασκευάζονταν στην Κίνα κι ένας μιγάς εξελέγη πρόεδρος της Αμερικής. Είδα το ονοματεπώνυμό της τυπωμένο στον πάγκο με τα ευπώλητα του Ιανού. «- Συνωνυμία, εξάλλου είναι συνηθισμένο…». Η φωτογραφία στο οπισθόφυλλο ωστόσο ήταν αδιάψευστος μάρτυς – ήταν εκείνη! Ώστε γράφει. Και βρήκε και εκδότη! Να που εξεπλήρωσε το δικό μου παιδικό όνειρο, έγινε συγγραφέας! Προφανώς έγραφε από τότε, γι’ αυτό η πρεμούρα με την λογοτεχνία. Το βιβλίο της δεν μου άρεσε ομολογώ, μου φάνηκε σενάριο τηλεοπτικής σειράς, ένα Sex & the City που διαδραματίζεται στην Αθήνα. Έπειτα δεν μου άρεσε το χιούμορ της. Ο,τιδήποτε αφορά την Γυναίκα, από τον καρκίνο του μαστού έως το χρώμα των εσωρούχων, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για ν’ αστειευόμαστε. Ιδίως όταν πρόκειται για μόνες νευρωτικές γυναίκες όπως οι ηρωίδες της. Έλα όμως που άρεσε κι έγινε best seller. Δημοσίευσε κι άλλα, που δεν διάβασα. Την αναζήτησα στο facebook, της έστειλα ένα γλοιώδες μήνυμα: «Δεν αμφέβαλα ποτέ για σένα. Μας έκανες όλους υπερήφανους. Α και πού ‘σαι; Απαιτώ αυτόγραφο!». Το «αυτόγραφο» που μου έστειλε ήταν μια selfie της, όπου κάθεται στην λεκάνη του WC με τα βρακιά κατεβασμένα σε στάση αφόδευσης, να κρατάει το βιβλίο της μ’ ένα περιπαικτικό χαμόγελο. Δεν ξαναδοκίμασα…

Πήγα στο reunion του 2013 (τριάντα χρόνια από την αποφοίτηση), με την κρυφή ελπίδα να την ανταμώσω. Δεν την ειδοποίησαν καν, αγνοούσαν ότι ζούσε στην Αθήνα κι ότι έγινε πετυχημένη συγγραφέας. Συνέχιζαν να την υποτιμούν! Ποιες; Οι δημοφιλείς συμμαθήτριες, που στο reunion είχανε καταντήσει κυράτσες και θείτσες, μιλφάρες σε απόγνωση… Κι ας ήταν η μόνη που σημείωσε πρόοδο στη ζωή της. Αυτή ήταν η αληθινή αιτία της αποδημίας της. Η πατρίδα της την υποτίμησε, την πλήγωσε και τελικώς την απέπεμψε, ενώ η αλλοτριωτική μεγαλούπολη την αγκάλιασε, της έδωσε ευκαιρία να διακριθεί και να πετύχει. Ουδείς προφήτης εν τη αυτού πατρίδι είπε ο Ιησούς, που την γέννηση Του θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες. Σε πολλά διαφωνώ με τον Ιησού, στην περίπτωση αυτή συμφωνώ απόλυτα!

Είτε είχατε την υπομονή να διαβάσετε ως εδώ είτε κάματε scroll down, σας ευχαριστώ και σας εύχομαι από βάθους καρδίας χαρούμενες γιορτές κι ευτυχισμένο το 2019!

Η εύθυμη χήρα

Είναι πενηντάρα. Πολλές συνομήλικές της, γυναίκες καριέρας ως επί το πλείστον, προσφεύγουν στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Η Άνα (την βαφτίζω έτσι για τις ανάγκες της αφήγησης) χαίρεται ήδη το πρώτο της εγγονάκι. Μεγαλωμένη σε ακριτικό χωριό, με τα ήθη καθηλωμένα στον 19ο αιώνα, παντρεύτηκε μόλις ενηλικιώθηκε έναν άντρα είκοσι χρόνια μεγαλύτερό της. Ο μακαρίτης συγχωρέθηκε αιφνιδίως και της άφησε καλώς αποκατεστημένα παιδιά, μεγάλη περιουσία και πλήθος εκκρεμότητες. Δικαιολογημένα πελάγωσε η γυναίκα και έσπευσε να με συμβουλευθεί.

Ήρθε μαυροφορούσα καθώς πρέπει. Μαύρη δερμάτινη φούστα, λίγο πάνω από το γόνατο, με σκισίματα στα πλάγια. Μαύρο δερμάτινο πουκάμισο με κουμπιά επιμελώς ξεκούμπωτα, ώστε να διακρίνονται δυο μαύρες μπαλένες κι ένα αβυσσαλέο ντεκολτέ. Μαύρο μακρύ μουτόν από πάνω, μαύρα suede μποτάκια από κάτω. Μιας και η φούστα ήτανε κανα δυο νούμερα στενότερη του κανονικού, διακρίνονταν καθαρά το περίγραμμα ενός string, που λες και ζητούσε βοήθεια προτού πεθάνει από ασφυξία. Κάθισε σταυροπόδι και το εξασκημένο μάτι μου συνέλαβε φευγαλέα μια δαντέλα. Το μαύρο nylon που έσφιγγε τα πόδια της δεν ήταν καλσόν, αλλά high-thighs με καλτσοδέτα σιλικόνης. Γιατί όχι; Χήρα είναι η γυναίκα, όχι μελλοθάνατη!

Κατέφθασε ο καφές που παρήγγειλε. «– Επιτρέπεται το κάπνισμα; – Παρακαλώ, επιβάλλεται.». Έβγαλε μια λεοπάρ ταμπακιέρα κι έναν ασορτί πανάκριβο St. Dupont. Δεν της λείπει το χρήμα ούτε το χρώμα. Φόρεσα το πρεσβυωπικό κι άρχισα να μελετώ τα χαρτιά της. Ο μακαρίτης πρόκοψε και ήταν καθώς φαίνεται σφιχτός νοικοκύρης. Εκείνη πάλι είχε όρεξη για συζήτηση. «– Ξενυχτισμένος φαίνεστε. – Ναι είδα την απονομή των Όσκαρ και ξενύχτησα. – Αχ μ’ αρέσει και μένα το σινεμά! Αλλά να μην δώσουν ένα Όσκαρ στις Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι; Τέτοια ταινιάρα;”. Ποιος κερατάς σε σύστησε σε μένα είπαμε; σκέφθηκα. «– Δεν την είδα την ταινία, δεν διάβασα καλές κριτικές. – Ααα η καλύτερη που βγήκε μετά τον Τιτανικό! Υπάρχουν άραγε τέτοιοι άντρες εκεί έξω; – Σαδιστές εννοείτε; – Τι σαδιστές καλέ, αυτός την λατρεύει! Της κάνει δώρα, την πάει εδώ, την πάει αλλού… Σε σαλέ, σε αεροπλάνα, σε… υποβρύχια! Αχχ να μου τύχαινε και μένα ένας τέτοιος κι ας μου ‘κανε ό,τι ήθελε!». Ε δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτό! Μυρίστηκα σάρκα, αλλά το θήραμα δεν ήταν και τόσο συνεργάσιμο: «– Μα κυρία μου, ας το εξετάσουμε από την γυναικεία σκοπιά… Υπάρχουνε γυναίκες πρόθυμες να υποστούν τέτοια κακοποίηση; – Γιατί κακοποίηση, άμα θέλει η άλλη;”. Υιοθέτησε τον ενικό και δεν τον αποποιήθηκε ποτέ: «– Είσαι άντρας, δεν ξέρεις. Να σε πω εγώ τι σημαίνει κακοποίηση; Κοριτσάκι ήμουν όταν με δώσαν οι δικοί μου σ’ έναν άντρα που δεν ήθελα. Πονούσα κι έσφιγγα τα δόντια, συζυγικό καθήκον σου λέει ο άλλος. Προσευχόμουν να τελειώσει γρήγορα, να γλυτώσω απ’ το μαρτύριο, τέτοιο σεξ είχα. Και ξύλο. Όχι που έκοψε η σάλτσα, όχι που τηλεφωνούσα υπεραστικά της αδερφής μου και φούσκωνε ο ΟΤΕ. Και μου λες μετά αν αγαπήσω; Τσουλάκι για τα πόδια του να γίνω. Το κορμί μου μεζές για τις ορέξεις του, όσο ανώμαλες κι αν είναι. Θα γουστάρω κιόλα, θα νοιώσω γυναίκα!».

Σάστισα με το λογύδριο. Η αμόρφωτη αυτή γυναίκα συνέλαβε βιωματικά μεγάλες αλήθειες και τις διατυπώνει αφτιασίδωτες, όπως τις έζησε. Ντράπηκε που ανοίχτηκε έτσι σ’ έναν άγνωστο και το γύρισε στα φαιδρά. «– Σε πήρα μονότερμα ε; Σόρι, ε κι εγώ δεν έχω πού να τα πω… Ρωτάς αν υπάρχουνε γυναίκες με γούστα; Να! Λεφούσι!». Χειρονόμησε συμπτύσσοντας τα δάχτυλα. Το μήκος των νυχιών της θα το ζήλευε και το αγριότερο αρπακτικό της σαβάνας. «– Είσαι καλό παιδάκι, Vladimir. Καλό μα άβγαλτο. Όλη μέρα σκυμμένος στα βιβλία και στα κιτάπια είσαι. Η ζωή δεν μαθαίνεται από τα βιβλία, να ξες! Είσαι να σε περπατήσω μια νύχτα; Να σε πάω στον Μακρόπουλο, να δεις πώς βγάζουμε γούστα οι γυναίκες; Κερασμένα όλα από την κυρία!».

Θέλει λέει να με βγάλει στα μπουζούκια και οι αναμνήσεις έτρεξαν με την ταχύτητα του φωτός. Ξεκίνησα από φαντάρος στο Μπουρνάζι και στα ελληνάδικα του Πειραιά. Κι όταν απολύθηκα Φιξ, αεροδρόμιο, Λαδάδικα. Σπαταλημένα νιάτα. Ξέκωλα, μπουστάκια, τρεσούδες να τυραννιούνται στα τραπέζια. To make-up να λιώνει από την ζέστη και τον ιδρώτα. Παντού και πάντα τα ίδια, χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά… H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά, όπως το ‘γραψε ο Βάρναλης. Κι ακαριαία ήρθε στο νου μου η Ανέφικτη. Το χαμόγελό της έφεξε κι επισκίασε τα πάντα, γλύκανε την έκφρασή μου. Η Άνα με διάβασε ανοιχτό βιβλίο: «– Ααα, εσύ καλέ αγαπάς!». Ανέκτησα αμέσως την αυτοκυριαρχία μου. «– Άνα μου, κοντά έπεσες. Δεν μπλέκω ποτέ τα προσωπικά με τα επαγγελματικά, είναι ολέθριος συνδυασμός. Όταν όμως ξεμπλέξουμε την υπόθεσή σου, πολύ θα ήθελα να μου προσφέρεις ένα γεύμα, χωρίς ρολόι, να φάμε, να πιούμε και να μου πεις τα πάντα για σένα. Με όλες τις αηδιαστικές λεπτομέρειες! Το στέργεις; – Το δένω κόμπο!» απάντησε σημαδεύοντας με το νύχι του αρπακτικού. «– Δέσε ό,τι θέλεις!». Την ξεπροβόδισα και βυθίστηκα σε περισυλλογή.

Το ψυχανεμιζόμουν καιρό, μα δεν έβρισκα τις κατάλληλες λέξεις – άσε που φοβόμουν τους κήνσορες της BDSM-ικής ορθοδοξίας: δεν υπάρχουν γυναίκες σκέτο vanilla. Κάθε αληθινή γυναίκα φιλοδοξεί ν’ αγαπήσει άγρια, βαθιά, γυναικεία. Κι αν εισπράξει αμοιβαιότητα, τότε θα μετατρέψει το κορμί της σε μηχανή που εργάζεται στα όρια, μέχρι να τα ξεπεράσει και ν’ ανακαλύψει νέα όρια. Μεζές για τις ανώμαλες ορέξεις του είπε η Άνα. Να γιατί οι γυναικείες φαντασιώσεις είναι κατά κανόνα βίαιες, βρώμικες, σκοτεινές. Από την άλλη μεριά, ΟΛΕΣ οι γυναίκες είναι κατά κάποιον τρόπο vanilla. Ακόμη και η πιο έμπειρη κινκστερού (ή μάλλον: ιδίως αυτή) δεν θα γοητευθεί από την συλλογή σκοινιών ή buttplugs ή από το μήκος του πέους. Απαιτεί να πεις δυο λόγια στην καρδιά της, να την κάνεις να χαμογελάσει, ν’ ανοίξεις έναν φεγγίτη έστω στο μυαλό της. Τα υπόλοιπα θα στα χαρίσει εκείνη – και οι κινκστερούδες είναι πάντα γενναιόδωρες…

Πήγε τρεις, σε λίγο σχολάει και θα μπει στο αυτοκίνητο. Ώρα για το καθιερωμένο μεσημεριανό τηλεφώνημα και την καθιερωμένη μπυρίτσα μου! Αρκετά σας ζάλισα με τις θεωρίες μου, έχω δουλειά, σας φιλώ. Vlad.

Η παρεξήγηση

Τηλεφώνησε πολύ νωρίς, την ώρα που ξέρει ότι είμαι κατά κανόνα απασχολημένος. «– Μπορείς; – Καλημέρα, μπορώ. – Τάξε μου! – ‘Ο,τι θέλεις, μόνο λίγο σύντομα σε παρακαλώ. – Λοιπόν, η εταιρία με στέλνει σε σεμινάριο στην Αθήνα. Το πιστεύεις; Πέντε μέρες και όλα πληρωμένα! Θα έρθεις δύο τουλάχιστον βράδια! – Σιγά μην έρθω και τέσσερα. – Μμμ, αν έρθεις τέσσερα βράδια θα σε κρεμάσω απ’ το ταβάνι!  Όχι θα σ’ αφήσω να μου αλητεύεις με τις Αθηναίες!». Την ευχαρίστησα για την πνευματώδη φιλοφρόνηση και αγόρασα τα αεροπορικά όσο ακόμα μιλούσαμε. Δύο βράδια στην Αθήνα είναι τουρισμός, ένα βράδυ είναι επαγγελματικό ταξίδι ρουτίνας. Όταν ήμουν νέος και ενθουσιώδης είχα μετατρέψει το ταξίδι αυτό σε Άνω Τούμπα – Κάτω Τούμπα. Και για περιπτώσεις που δεν αντέχουν σε σύγκριση μπροστά της…

Την προηγουμένη ετοίμασα μια χειραποσκευή με τα στοιχειώδη, ταξιδεύω πάντα «ελαφρύς». Τα καλούδια τα μεταφέρει εκείνη, που ταξιδεύει οδικώς. Οι έλεγχοι ασφαλείας είναι πλέον ανυπόφοροι, πολλά παιγνίδια θεωρούνται όπλα από τον κανονισμό και κατάσχονται. Ή καλείσαι να παράσχεις εξηγήσεις σε αμύητους και κακεντρεχείς. Ήμουν μάρτυς ενός περιστατικού, όπου μια υπάλληλος security υποχρέωσε την προπορευόμενη κυρία να βγάλει από την χειραποσκευή της έναν υπερμεγέθη δονητή: «– Τι είναι αυτό κυρία μου;». Δεν μάσησε η άλλη: «– Ο σωτήρας του γάμου, ΚΥΡΙΑ ΜΟΥ!». Απάντηση πληρωμένη και αφοπλιστική… Γύρω στις 8 στρώθηκα στον υπολογιστή. Της έστειλα, δεν απάντησε. Μάλλον θα έμπλεξε με συναδέλφους. Χασομέρησα στο internet περιμένοντας. Στις 10 ανησύχησα. Να τηλεφωνήσω στη ρεσεψιόν; Με ποια ιδιότητα; Δεν γίνονται αυτά…  Το κινητό της γειωμένο. Μου μπήκανε ψύλλοι στ’ αυτιά, πρώτη φορά συμπεριφέρεται έτσι. Ακόμη και απασχολημένη δίνει ένα σημείο ζωής, μια «καρδούλα» στο Skype, κάτι να ξέρω πως είναι καλά. Τώρα ήμουν ανήμπορος και προβληματισμένος.

Τα μεσάνυχτα είχα ήδη σχηματίσει δικανική πεποίθηση. Η πείρα από την ζωή μου δίδαξε πως «είναι πάντοτε αυτό που νομίζεις» – και χειρότερα ακόμη. Την δίκασα και την καταδίκασα ερήμην. «Ώστε έτσι! Ανέβηκε στην Αθήνα για γούστα! Ποιος ξέρει με ποιο καμένο από μέσα είναι, η καριόλα, το πουτανάκι! Αλλά δεν φταίει αυτή, εγώ φταίω που την πίστεψα, ανοίχτηκα, αφέθηκα στην πολυτέλεια του συναισθήματος… Μια απ’ τα ίδια κι αυτή, η τσούλα, η άνοιωθη!». Πριν από λίγες ώρες ένα εκατομμύριο πεταλουδίτσες φτερούγιζαν από το στομάχι έως το στέρνο μου. Τώρα οι πεταλούδες μεταμορφώθηκαν πάλι σε χρυσαλλίδες και κατέτρωγαν τα σωθικά μου… Στις δωδεκάμισι έριξα μια τελευταία ματιά – τίποτε. Έκλεισα το κινητό και το απίθωσα οργισμένα, για να την «τιμωρήσω». Ξάπλωσα – μα πού να με πάρει ο ύπνος. Όλη νύχτα αναμασούσα τα ίδια και τα ίδια: με ποιον να ‘ναι, τι να κάνει… Η σκύλα, το τσουλάκι. Κάποιος αρχαίος αλχημιστής μεταστοιχείωσε όλη μου την αγάπη σε χολή και όξος. Και τα εξέμεα ανεξέλεγκτα πάνω της. Κατήντησα τραγούδι του Στράτου, του Καρρά, του Κιάμου: της γυναίκας η καρδιά, δεν έμαθε ποτέ της ν’ αγαπά, με κατηγορείς για διπλή ζωή σα δε ντρέπεσαι να μιλάς κι εσύ… Κοιμήθηκα κάνα δίωρο. Πρώτη πρωινή έγνοια το κινητό. Ένα φιλάκι στις 1, ένα «πού ‘σαι καλέ;;;» στις 1.30’. Αυτή ήταν η συγκομιδή μου! Βέεεβαια, έβγαλε γούστα η κυρία και μετά είχε όρεξη για κουβέντα. Λυπάμαι, αυτό μας τέλειωσε. Βρες τον επόμενο καληνυχτάκια. Αν μου ζητούσε την άδεια, ίσως. Τουλάχιστον να ξέρω ότι είναι ασφαλής, να μην τρελαίνομαι όλη νύχτα σκυμμένος πάνω από ένα κινητό. Τώρα όμως με ταπείνωσε και δεν πάει έτσι. Η σχέση εξ αποστάσεως παραείναι περίπλοκη, για να παριστάνουμε τους Σέρλοκ Χολμς από πάνω. Ήμουν αποφασισμένος να διακόψω.

Ταξιδεύω στην Αθήνα εδώ και τριάντα τόσα χρόνια, ως φοιτητής, φαντάρος, επαγγελματίας, με διάφορους σκοπούς. Πρώτη φορά ταξίδεψα τόσο δύσθυμος. Άϊ σιχτίρι, καλύτερα να έσπαγα το πόδι μου παρά να σε γνώριζα. Δεν θα υπέφερα τόσο! Το ξενοδοχείο της πολυτελέστατο. Υπό άλλες συνθήκες… Τώρα όμως είχα να επιτελέσω καθήκον οδυνηρό κι ανδροπρεπές συνάμα.

Με υποδέχθηκε ντυμένη όπως είχα παραγγείλει: στενό κόκκινο φόρεμα χωρίς φερμουάρ και χωρίς σκισίματα, μαύρα body stockings και μαύρες ψηλοτάκουνες μπότες. Ομολογουμένως ήταν ομορφότερη από ποτέ, το πρόσωπό της, τα μαλλιά της φεγγοβολούσαν. Χίμηξε και με απώθησε στον διάδρομο: «– Αγάπη μου, επιτέλους!». Με γιόμισε κοκκινάδια. «– Πάρε με εδώ και τώρα! – Σε παρακαλώ, θέλω να κουβεντιάσουμε λίγο…». Ξάπλωσε προκλητικά, στηριγμένη στους αγκώνες, σταυροπόδι, με το δεξί πόδι να ταλαντεύεται ρυθμικά πάνω από το αριστερό. «– Τι διατάζει ο Αφέντης μου; – Άσε τα χαζά, γιατί δεν απαντούσες χτες; – Επειδή δεν μπορούσα, δεν είναι προφανές; – Δεν μπορούσες επί τέσσερις ώρες;-  Ναι, τι τρέχει, πού θέλεις να καταλήξεις;». Η ψυχραιμία της τροφοδότησε την οργή μου με καύσιμο. Ώστε κοροϊδεύει κι από πάνω; «– Γράφει πουθενά, στο μέτωπό μου ξέρω γω, κουτός; Αφελής; – Ποτέ δεν σε σκέφθηκα έτσι. – Το μόνο που σου ζήτησα ήτανε μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια. Και δεν είχες ούτε αυτό να δώσεις. Τουλάχιστον άξιζε; Γιατί εμένα δεν θα με ξαναδείς. Αν θες να περάσεις καλά απόψε, τράβα εκεί που ήσουνα χτες!». Ατάκα κι επί τόπου φίλε, αυτό θα πει Μάστερ! Σηκώθηκε σε στάση προσοχής, τα μεγάλα μάτια της μεγάλωσαν κι άλλο και κατέλαβαν όλο το πρόσωπό της: «– Μισό! Τι μου λες τώρα!!! Άφησα πίσω σπίτι, ευθύνες… Και την προηγουμένη του ραντεβού μας, που τόσο λαχταρούσαμε, βρέθηκα με κάποιον από τον χώρο; Αυτό είμαι για σένα; Μια λυσσασμένη πουτάνα; – Εγώ δεν χρησιμοποίησα – Χρησιμοποιώ ΕΓΩ! Δεν μπόρεσες να σκεφτείς κάτι θετικό; Ή πρωτότυπο έστω;».

Άκου γλώσσα! Εκεί που μας χρωστούσαν μας πήραν και το βόδι. «– Μπορείς να μου πεις πού ήσουν επί τέσσερις ώρες; – Έξι ώρες. Έξι ήταν, δεν το κατάλαβες επειδή κοιμάσαι τ’ απογεύματα. Ήμουνα σ’ ένα μπουντρούμι και τα ‘κανα όλα, διαδοχικές sessions. Φχαριστήθηκες τώρα; Αυτό ήθελες ν’ ακούσεις; – Άρα μου λες… – Άρα σου λέω ότι ήμουνα στο spa, στο υπόγειο. Και να ‘πιανε το κινητό δεν θα μπορούσα να το χρησιμοποιήσω. Τα έκανα όλα: χέρια, πόδια, μπικίνι, φρύδια, καθαρισμό προσώπου… Μετά μασάζ και σάουνα. Πότε θα ξανάβρω τόσο χρόνο και τόση πολυτέλεια; Έκπληξη για σένα, να με βρεις λεία και απαλή. Αν έκανες λίγη υπομονή θα το ‘βλεπες. Αν δηλαδή κρατιόμουν και δεν στα πετούσα χτες στο Skype. Εσύ όμως ήρθες φορτωμένος, έβαλες την κασέτα και πάτησες το play!».

Εντάξει, πείστηκα. Είμαι ο μεγαλύτερος μαλάκας του κόσμου. «– Μωρό μου… – Σςςς μην πεις λέξη! Δεν παίρνω βιαστικές αποφάσεις, πάντως να ξέρεις πως είμαι βαθύτατα απογοητευμένη. Άλλα περίμενα από σένα. Ίσως δεν φταις εσύ, ίσως…». Δεν ολοκλήρωσε την φράση της. Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «– Φύγε, μην με κοιτάς. Φύγε σε παρακαλώ ΦΥΓΕ!». Πρώτη φορά την έβλεπα να κλαίει. Πάλι κατάφερα να σκορπίσω την ευτυχία στο πέρασμά μου. Δεν αποπειράθηκα να την παρηγορήσω. Αν ξέρω κάτι από γυναίκες, είναι πότε να το βουλώνω. Το mini bar του πεντάστερου είχε μια ενδιαφέρουσα συλλογή. Διάλεξα ένα μαύρο Johnnie, το αραίωσα με λίγη Tuborg και το ρούφηξα αργά. Το δωμάτιό της έχει θέα στην πλατεία Συντάγματος. Αριστερά το κτήριο της Βουλής, δεξιά η Φιλελλήνων, στο βάθος ο Ιερός Βράχος. Σχεδιάζαμε, αν μας δίδονταν η ευκαιρία, να κάνουμε τον γύρο της Ακροπόλεως. Να ανηφορίσουμε την Διονυσίου Αρειοπαγίτου αγκαλιά ή χέρι-χέρι, σαν «φυσιολογικοί άνθρωποι», άγνωστοι μεταξύ αγνώστων στο ανώνυμο πλήθος των τουριστών και να καταλήξουμε στην Ρωμαϊκή Αγορά. Τώρα όμως… 

Σταμάτησε να κλαίει: «– Κοίτα, μην φύγεις. Δεν πρόκειται να γίνει κάτι, δεν έχω διάθεση πια, αλλά μην πληρώνεις και ξενοδοχείο. Κοιμήσου εδώ και το πρωί βλέπουμε.». Μου ήρθε μια ιδέα: το μόνο βασανιστήριο που ξεπερνά το νοσηρό της μαζοχισμό, είναι αυτό της πείνας. «– Τι κανόνισες για φαγητό; – Εικοσιτετράωρο ρουμ σέρβις. Και για ώρα ανάγκης, το mini bar έχει Pringles και σοκολάτες. – Έχω πρόταση: αφού δεν θα γίνει κάτι, πάμε τουλάχιστον για φαγητό; Δεν είναι ανάγκη να πεινάσουμε κι από πάνω. Άσε που θα ξεσκάσουμε κιόλας. – Να βάλω κάτι νορμάλ και πάμε.». Φόρεσε ένα λευκό φούτερ, ξεβαμμένο τζιν και ίσια μποτάκια. Εγώ με το κουστούμι έμοιαζα με τον κηδεμόνα της… Πανωφόρια δεν πήραμε, γλυκιά, ανοιξιάτικη, αθηναϊκή νύχτα. Χαθήκαμε στα στενά, βγήκαμε στου Ψυρρή και γυρίσαμε προς το Θησείο. Περάσαμε μπροστά από το παλιό αγαπημένο μου στέκι. Έριξα μια κλεφτή ματιά, το μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι, όπου τόσες συναντήσεις, δέσποζε ακόμη στο βάθος του μαγαζιού. Της πρότεινα το Kuzina. «Δεν έχω όρεξη για κυριλέ. Πάμε στα σουβλάκια στο Μοναστηράκι;». Καταλήξαμε στου Μπαϊρακτάρη. Αστειεύτηκα με την πασίγνωστη πλέον διαφορά ορολογίας: στη Σαλονίκη ο γύρος είναι γύρος, το σουβλάκι σουβλάκι και το καλαμάκι μπαίνει στον φραπέ! Παρήγγειλα λοιπόν μια σουβλάκια κι ένα μεγάλο κρίκερ, αλλά ο σερβιτόρος ήταν έμπειρος και έφερε αυτά ακριβώς που παρήγγειλα. Εκείνη παρήγγειλε ένα κεμπάπ, κατεψυγμένο αλλά νοστιμότατο ομολογώ και μία ρετσίνα. Σπανίως πίνει περισσότερο από ένα ποτήρι, τούτη την φορά παρήγγειλε δεύτερη φιάλη. Εντάξει, σκέφθηκα, τα μπάλωσα. Μια παρεξηγησούλα ήταν, πάει τέλειωσε κι όλα μέλι-γάλα. Διασκέδαζα με την επίδραση του οινοπνεύματος στον άμαθο οργανισμό της: τα μαγουλάκια της κοκκίνησαν, τα μάτια της νύσταξαν και γέμισαν με λαγνεία, γελούσε με το παραμικρό… Μήτε που φανταζόμουν πόσο περίτεχνη θα ‘ταν η εκδίκησή της!

Το κεφάλαιο «ex-files» είναι από τα πλέον άχαρα στις σχέσεις. Συζήτηση άσκοπη, προβλέψιμη και συχνά ανειλικρινής. «– Δεν τον παίρνω πλέον σοβαρά, μου φέρθηκε σκατά» κλπ. Αν είναι όντως έτσι, γιατί τον θυμάσαι ακόμα; Εκείνη ωστόσο εστίασε στις αδυναμίες του χαρακτήρα μου και έπεσε διάνα: «– Τελικά Βλαντ, με ποιον νόμισες πως ήμουνα χτες;». Της αράδιασα δυο-τρία ψευδώνυμα. «- Χμμ, για να δούμε… Με τον πρώτο έχω παίξει. Ξέρει τι του γίνεται, θα το ξανάκανα. Ο δεύτερος άσχετος, μακριά. Με τον τρίτο βγήκαμε για καφέ. Ωραίο παιδί, αλλά δεν νομίζω να κάνω κάτι μαζί του». Πώς έτσι εσύ, μας υποχρέωσες, σκέφθηκα. «– Σ’ ενοχλεί αυτή η κουβέντα; – Όχι, όλοι έχουμε παρελθόν. Δεν μ’ ενοχλεί, ίσα-ίσα που σε χαίρομαι.». Εδώ ήμουν ειλικρινής, είναι βλακώδες να ζηλεύεις το παρελθόν που δεν μοιράστηκες μαζί της. «– Αν κάνω κάτι σήμερα;». Άουτς. «– Δεν θ’ ανοίξω και σαμπάνιες, αλλά δεν θ’ αλλάξει κάτι στη σχέση μας.». Η αλήθεια είναι ότι ζηλεύω, αλλά μου περνάει γρήγορα. «– Κι αν κάνω σεξ;;;» το τερμάτισε. «– Δεδομένων των συνθηκών, αν κάνεις και σεξ πάει να πει πως δεν ενδιαφέρεσαι. Πες το μου ευθέως, να μην ανεβοκατεβαίνω». Τα μάτια της σα να μίκρυναν, έγιναν ξάφνου μυτερά σαν πρόκες και καρφώθηκαν πάνω μου: «– Ζηλεύεις;». Να και το ντιρέκτ! Ερώτηση-παγίδα, που δεν επιδέχεται μονολεκτικής απάντησης. Αν απαντήσεις καταφατικά, είσαι βανιλάκι και λίγος. Αν απαντήσεις αρνητικά, αδιαφορείς για κείνη. Απάντησα περιφραστικά: «– Μικρή και πανέμορφη, τι θα πει ζηλεύω; Κατά βάθος σημαίνει ότι εύχομαι να ‘μουνα στην θέση του επίζηλου, σωστά; Πάρε τους τρεις που ανέφερες, πρόσθεσε κι άλλους δέκα που ξέρεις: σε ποιανού την θέση θα ‘θελα να βρίσκομαι; Μίλα ελεύθερα, δεν θα θιγώ.- Μα όλο και κάπου θα υπερτερεί… – Α, όχι, μην το πας στον επιμερισμό! Άλλος είναι ομορφότερος, άλλος εξυπνότερος, χαρισματικότερος… Η λίστα επιθυμιών ατελείωτη. Σαν σύνολο βρες μου έναν». Η προσποίηση έπιασε, το σκέφτηκε μα δεν απάντησε. Την βοήθησα να τελειώσει την ρετσίνα της και ζήτησα τον λογαριασμό. «– Πάμε, φυσέκι έγινες!». Ανηφορίσαμε αγκαλιά την Ερμού. Καμιά σύγκριση με την Ερμού που θυμόμουν από φαντάρος: βρωμιά, γκράφιτι, παντός είδους περιθωριακοί, τα μαγαζιά σφαλισμένα ίσαμε τους απάνω ορόφους με ρολά ασφαλείας. Επιτρέψαμε στην πλατεία Συντάγματος.

Αν ήταν φανταστική ιστορία, θα έγραφα ότι την έδεσα, την φίμωσα, της έδεσα τα μάτια, την τιμώρησα για το καψόνι και μετά την έπαιρνα έως το ξημέρωμα. Θα σας γράψω ωστόσο  τι ακριβώς συνέβη στο δωμάτιο. Βούρτσισε τα δόντια, ξεβάφτηκε, φόρεσε πιτζάμες και ξεράθηκε! «– Με συγχωρείς, η ρετσίνα…». Μάλιστα ξάπλωσε διαγωνίως, σα να ‘λεγε: δεν υπάρχει θέση για σένα στο κρεβάτι μου… Έτσι κι αλλιώς δεν σκόπευα να κοιμηθώ. Έφτιαξα ένα ποτό, μετά ένα δεύτερο. Χάζευα την έρημη πλατεία, η είσοδος του μετρό σφαλιστή, πυκνή κίνηση στην Βασ. Σοφίας και την Αμαλίας. Η Αθήνα ποτέ δεν κοιμάται, απόψε ξενυχτάει μαζί μου. Το βλέμμα ξανά στην Ακρόπολη. Σε μιαν αρχαία Αθήνα με χαμηλή δόμηση που τέλειωνε στο νεκροταφείο του Κεραμεικού, ο λόφος υψώνονταν σαν τέρας της μυθολογίας . Οι ξακουστοί αρχιτέκτονες στοχάζονταν αυτή την ασυναρτησία, μέχρι που την ερμήνευσαν: το έργο είναι ήδη έτοιμο, είναι ο Βράχος καθαυτός. Και πρόσθεσαν μια σεμνή πινελιά, μια διακριτική υπόμνηση ότι οι άνθρωποι είμαστε η κορωνίδα της Δημιουργίας. Μετά χάζευα εκείνη: σε κάθε ερωτική ιστορία υπάρχει σωστή και λάθος πλευρά. Στην σωστή, εκείνος που κοιμάται. Στη λάθος, εκείνος που ξενυχτά θαυμάζοντας τον κοιμώμενο. Πρώτη φορά στη ζωή μου βρέθηκα στην λάθος πλευρά. Και κάβλωνα… Αποκοιμήθηκα στον καναπέ, με σκούντηξε προτού χαράξει: «– Θα βρυκολακιάσεις χριστιανέ μου, έλα να κοιμηθείς σαν άνθρωπος!».  

Το πρωί με ξύπνησε ο θόρυβος του ντουζ. Θαύμασα για πολλοστή φορά τις αναλογίες της – και την αδιαφορία της για τον ηδονοβλεψία που καραδοκούσε! Την καμάρωνα όσο μεταμορφώνονταν σε πορτραίτο του Μοντιλιάνι: με πόση σβελτάδα κι επιδεξιότητα βάφτηκε και χτενίστηκε! Εκατοντάδες φορές είδα αυτή την σκηνή, πρώτη φορά την παρακολούθησα. Και ξανα-κάβλωσα. Φόρεσε τις στενές peep toes της με την φυσικότητα που εγώ φορώ τις παντόφλες μου. Πόσο θηλυκότερη μπορείς να γίνεις! «– Με συγχωρείς για το βιαστικό αλλά με περιμένουνε κάτω.». Φορτώθηκε μια τεράστια τσάντα γεμάτη χαρτιά και φακέλους. «– Δεν έπεσες έξω. Ζηλεύω…» ομολόγησα. «– Ζηλεύεις ποιον. – Όλα τα βλέμματα που θα πέσουνε πάνω σου σήμερα!». Πλησίασε και μου ζούληξε τα μάγουλα, σα να ‘θελε να με σωπάσει διά της βίας: «– Άστους να κοιτάνε! Με σένα κοιμήθηκα ψες, σωστά;»Κοιμήθηκες κυριολεκτικώς πήγα να πω, μα συγκρατήθηκα. Ακριβά κόστισε η εξυπνάδα μου. «– Θα με συγχωρέσεις για το χθεσινό;». Γύρισε τάχα μου έκπληκτη. «– Ποιο χθεσινό καλέ; Έγινε κάτι και δεν το θυμάμαι;». Χαμογέλασε πονηρά, φίλησε τον αέρα κι έκλεισε την πόρτα του δωματίου.

Άνοιξα την μπαλκονόπορτα. Ώρα για απολογισμό, ώρα για τσιγάρο. Τι τίτλο να δώσω στο χτεσινό; Το BDSM χωρίς bondage και χωρίς S/m; Εν τούτοις πέρασα καλά κι ας ακούγεται απίστευτο. Πόσες συγκινήσεις και εναλλαγές συναισθημάτων σ’ ένα μόνο εικοσιτετράωρο! Από το ζενίθ στο ναδίρ και μετά πάλι στο ζενίθ, ώσπου ισορρόπησαν όλες οι αδρεναλίνες και οι τεστοστερόνες, όλα τα χημικά που εκκρίνονται μέσα μας. Για δυνατές συγκινήσεις δεν ξεκινάμε το ταξίδι; Ε να τες! Και πάνω απ’ όλα, πείστηκα για τον άνθρωπο με τον οποίον έχω να κάνω. Της έγραψα δυο λόγια. Τύλιξα το χαρτί με δυο λαστιχάκια της σ’ ένα μικροσκοπικό hogtie, τ’ ακούμπησα στη βαλίτσα της και κίνησα για το αεροδρόμιο.-