Τηλεφώνησε πολύ νωρίς, την ώρα που ξέρει ότι είμαι κατά κανόνα απασχολημένος. «– Μπορείς; – Καλημέρα, μπορώ. – Τάξε μου! – ‘Ο,τι θέλεις, μόνο λίγο σύντομα σε παρακαλώ. – Λοιπόν, η εταιρία με στέλνει σε σεμινάριο στην Αθήνα. Το πιστεύεις; Πέντε μέρες και όλα πληρωμένα! Θα έρθεις δύο τουλάχιστον βράδια! – Σιγά μην έρθω και τέσσερα. – Μμμ, αν έρθεις τέσσερα βράδια θα σε κρεμάσω απ’ το ταβάνι! Όχι θα σ’ αφήσω να μου αλητεύεις με τις Αθηναίες!». Την ευχαρίστησα για την πνευματώδη φιλοφρόνηση και αγόρασα τα αεροπορικά όσο ακόμα μιλούσαμε. Δύο βράδια στην Αθήνα είναι τουρισμός, ένα βράδυ είναι επαγγελματικό ταξίδι ρουτίνας. Όταν ήμουν νέος και ενθουσιώδης είχα μετατρέψει το ταξίδι αυτό σε Άνω Τούμπα – Κάτω Τούμπα. Και για περιπτώσεις που δεν αντέχουν σε σύγκριση μπροστά της…
Την προηγουμένη ετοίμασα μια χειραποσκευή με τα στοιχειώδη, ταξιδεύω πάντα «ελαφρύς». Τα καλούδια τα μεταφέρει εκείνη, που ταξιδεύει οδικώς. Οι έλεγχοι ασφαλείας είναι πλέον ανυπόφοροι, πολλά παιγνίδια θεωρούνται όπλα από τον κανονισμό και κατάσχονται. Ή καλείσαι να παράσχεις εξηγήσεις σε αμύητους και κακεντρεχείς. Ήμουν μάρτυς ενός περιστατικού, όπου μια υπάλληλος security υποχρέωσε την προπορευόμενη κυρία να βγάλει από την χειραποσκευή της έναν υπερμεγέθη δονητή: «– Τι είναι αυτό κυρία μου;». Δεν μάσησε η άλλη: «– Ο σωτήρας του γάμου, ΚΥΡΙΑ ΜΟΥ!». Απάντηση πληρωμένη και αφοπλιστική… Γύρω στις 8 στρώθηκα στον υπολογιστή. Της έστειλα, δεν απάντησε. Μάλλον θα έμπλεξε με συναδέλφους. Χασομέρησα στο internet περιμένοντας. Στις 10 ανησύχησα. Να τηλεφωνήσω στη ρεσεψιόν; Με ποια ιδιότητα; Δεν γίνονται αυτά… Το κινητό της γειωμένο. Μου μπήκανε ψύλλοι στ’ αυτιά, πρώτη φορά συμπεριφέρεται έτσι. Ακόμη και απασχολημένη δίνει ένα σημείο ζωής, μια «καρδούλα» στο Skype, κάτι να ξέρω πως είναι καλά. Τώρα ήμουν ανήμπορος και προβληματισμένος.
Τα μεσάνυχτα είχα ήδη σχηματίσει δικανική πεποίθηση. Η πείρα από την ζωή μου δίδαξε πως «είναι πάντοτε αυτό που νομίζεις» – και χειρότερα ακόμη. Την δίκασα και την καταδίκασα ερήμην. «Ώστε έτσι! Ανέβηκε στην Αθήνα για γούστα! Ποιος ξέρει με ποιο καμένο από μέσα είναι, η καριόλα, το πουτανάκι! Αλλά δεν φταίει αυτή, εγώ φταίω που την πίστεψα, ανοίχτηκα, αφέθηκα στην πολυτέλεια του συναισθήματος… Μια απ’ τα ίδια κι αυτή, η τσούλα, η άνοιωθη!». Πριν από λίγες ώρες ένα εκατομμύριο πεταλουδίτσες φτερούγιζαν από το στομάχι έως το στέρνο μου. Τώρα οι πεταλούδες μεταμορφώθηκαν πάλι σε χρυσαλλίδες και κατέτρωγαν τα σωθικά μου… Στις δωδεκάμισι έριξα μια τελευταία ματιά – τίποτε. Έκλεισα το κινητό και το απίθωσα οργισμένα, για να την «τιμωρήσω». Ξάπλωσα – μα πού να με πάρει ο ύπνος. Όλη νύχτα αναμασούσα τα ίδια και τα ίδια: με ποιον να ‘ναι, τι να κάνει… Η σκύλα, το τσουλάκι. Κάποιος αρχαίος αλχημιστής μεταστοιχείωσε όλη μου την αγάπη σε χολή και όξος. Και τα εξέμεα ανεξέλεγκτα πάνω της. Κατήντησα τραγούδι του Στράτου, του Καρρά, του Κιάμου: της γυναίκας η καρδιά, δεν έμαθε ποτέ της ν’ αγαπά, με κατηγορείς για διπλή ζωή σα δε ντρέπεσαι να μιλάς κι εσύ… Κοιμήθηκα κάνα δίωρο. Πρώτη πρωινή έγνοια το κινητό. Ένα φιλάκι στις 1, ένα «πού ‘σαι καλέ;;;» στις 1.30’. Αυτή ήταν η συγκομιδή μου! Βέεεβαια, έβγαλε γούστα η κυρία και μετά είχε όρεξη για κουβέντα. Λυπάμαι, αυτό μας τέλειωσε. Βρες τον επόμενο καληνυχτάκια. Αν μου ζητούσε την άδεια, ίσως. Τουλάχιστον να ξέρω ότι είναι ασφαλής, να μην τρελαίνομαι όλη νύχτα σκυμμένος πάνω από ένα κινητό. Τώρα όμως με ταπείνωσε και δεν πάει έτσι. Η σχέση εξ αποστάσεως παραείναι περίπλοκη, για να παριστάνουμε τους Σέρλοκ Χολμς από πάνω. Ήμουν αποφασισμένος να διακόψω.
Ταξιδεύω στην Αθήνα εδώ και τριάντα τόσα χρόνια, ως φοιτητής, φαντάρος, επαγγελματίας, με διάφορους σκοπούς. Πρώτη φορά ταξίδεψα τόσο δύσθυμος. Άϊ σιχτίρι, καλύτερα να έσπαγα το πόδι μου παρά να σε γνώριζα. Δεν θα υπέφερα τόσο! Το ξενοδοχείο της πολυτελέστατο. Υπό άλλες συνθήκες… Τώρα όμως είχα να επιτελέσω καθήκον οδυνηρό κι ανδροπρεπές συνάμα.
Με υποδέχθηκε ντυμένη όπως είχα παραγγείλει: στενό κόκκινο φόρεμα χωρίς φερμουάρ και χωρίς σκισίματα, μαύρα body stockings και μαύρες ψηλοτάκουνες μπότες. Ομολογουμένως ήταν ομορφότερη από ποτέ, το πρόσωπό της, τα μαλλιά της φεγγοβολούσαν. Χίμηξε και με απώθησε στον διάδρομο: «– Αγάπη μου, επιτέλους!». Με γιόμισε κοκκινάδια. «– Πάρε με εδώ και τώρα! – Σε παρακαλώ, θέλω να κουβεντιάσουμε λίγο…». Ξάπλωσε προκλητικά, στηριγμένη στους αγκώνες, σταυροπόδι, με το δεξί πόδι να ταλαντεύεται ρυθμικά πάνω από το αριστερό. «– Τι διατάζει ο Αφέντης μου; – Άσε τα χαζά, γιατί δεν απαντούσες χτες; – Επειδή δεν μπορούσα, δεν είναι προφανές; – Δεν μπορούσες επί τέσσερις ώρες;- Ναι, τι τρέχει, πού θέλεις να καταλήξεις;». Η ψυχραιμία της τροφοδότησε την οργή μου με καύσιμο. Ώστε κοροϊδεύει κι από πάνω; «– Γράφει πουθενά, στο μέτωπό μου ξέρω γω, κουτός; Αφελής; – Ποτέ δεν σε σκέφθηκα έτσι. – Το μόνο που σου ζήτησα ήτανε μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια. Και δεν είχες ούτε αυτό να δώσεις. Τουλάχιστον άξιζε; Γιατί εμένα δεν θα με ξαναδείς. Αν θες να περάσεις καλά απόψε, τράβα εκεί που ήσουνα χτες!». Ατάκα κι επί τόπου φίλε, αυτό θα πει Μάστερ! Σηκώθηκε σε στάση προσοχής, τα μεγάλα μάτια της μεγάλωσαν κι άλλο και κατέλαβαν όλο το πρόσωπό της: «– Μισό! Τι μου λες τώρα!!! Άφησα πίσω σπίτι, ευθύνες… Και την προηγουμένη του ραντεβού μας, που τόσο λαχταρούσαμε, βρέθηκα με κάποιον από τον χώρο; Αυτό είμαι για σένα; Μια λυσσασμένη πουτάνα; – Εγώ δεν χρησιμοποίησα – Χρησιμοποιώ ΕΓΩ! Δεν μπόρεσες να σκεφτείς κάτι θετικό; Ή πρωτότυπο έστω;».
Άκου γλώσσα! Εκεί που μας χρωστούσαν μας πήραν και το βόδι. «– Μπορείς να μου πεις πού ήσουν επί τέσσερις ώρες; – Έξι ώρες. Έξι ήταν, δεν το κατάλαβες επειδή κοιμάσαι τ’ απογεύματα. Ήμουνα σ’ ένα μπουντρούμι και τα ‘κανα όλα, διαδοχικές sessions. Φχαριστήθηκες τώρα; Αυτό ήθελες ν’ ακούσεις; – Άρα μου λες… – Άρα σου λέω ότι ήμουνα στο spa, στο υπόγειο. Και να ‘πιανε το κινητό δεν θα μπορούσα να το χρησιμοποιήσω. Τα έκανα όλα: χέρια, πόδια, μπικίνι, φρύδια, καθαρισμό προσώπου… Μετά μασάζ και σάουνα. Πότε θα ξανάβρω τόσο χρόνο και τόση πολυτέλεια; Έκπληξη για σένα, να με βρεις λεία και απαλή. Αν έκανες λίγη υπομονή θα το ‘βλεπες. Αν δηλαδή κρατιόμουν και δεν στα πετούσα χτες στο Skype. Εσύ όμως ήρθες φορτωμένος, έβαλες την κασέτα και πάτησες το play!».
Εντάξει, πείστηκα. Είμαι ο μεγαλύτερος μαλάκας του κόσμου. «– Μωρό μου… – Σςςς μην πεις λέξη! Δεν παίρνω βιαστικές αποφάσεις, πάντως να ξέρεις πως είμαι βαθύτατα απογοητευμένη. Άλλα περίμενα από σένα. Ίσως δεν φταις εσύ, ίσως…». Δεν ολοκλήρωσε την φράση της. Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «– Φύγε, μην με κοιτάς. Φύγε σε παρακαλώ ΦΥΓΕ!». Πρώτη φορά την έβλεπα να κλαίει. Πάλι κατάφερα να σκορπίσω την ευτυχία στο πέρασμά μου. Δεν αποπειράθηκα να την παρηγορήσω. Αν ξέρω κάτι από γυναίκες, είναι πότε να το βουλώνω. Το mini bar του πεντάστερου είχε μια ενδιαφέρουσα συλλογή. Διάλεξα ένα μαύρο Johnnie, το αραίωσα με λίγη Tuborg και το ρούφηξα αργά. Το δωμάτιό της έχει θέα στην πλατεία Συντάγματος. Αριστερά το κτήριο της Βουλής, δεξιά η Φιλελλήνων, στο βάθος ο Ιερός Βράχος. Σχεδιάζαμε, αν μας δίδονταν η ευκαιρία, να κάνουμε τον γύρο της Ακροπόλεως. Να ανηφορίσουμε την Διονυσίου Αρειοπαγίτου αγκαλιά ή χέρι-χέρι, σαν «φυσιολογικοί άνθρωποι», άγνωστοι μεταξύ αγνώστων στο ανώνυμο πλήθος των τουριστών και να καταλήξουμε στην Ρωμαϊκή Αγορά. Τώρα όμως…
Σταμάτησε να κλαίει: «– Κοίτα, μην φύγεις. Δεν πρόκειται να γίνει κάτι, δεν έχω διάθεση πια, αλλά μην πληρώνεις και ξενοδοχείο. Κοιμήσου εδώ και το πρωί βλέπουμε.». Μου ήρθε μια ιδέα: το μόνο βασανιστήριο που ξεπερνά το νοσηρό της μαζοχισμό, είναι αυτό της πείνας. «– Τι κανόνισες για φαγητό; – Εικοσιτετράωρο ρουμ σέρβις. Και για ώρα ανάγκης, το mini bar έχει Pringles και σοκολάτες. – Έχω πρόταση: αφού δεν θα γίνει κάτι, πάμε τουλάχιστον για φαγητό; Δεν είναι ανάγκη να πεινάσουμε κι από πάνω. Άσε που θα ξεσκάσουμε κιόλας. – Να βάλω κάτι νορμάλ και πάμε.». Φόρεσε ένα λευκό φούτερ, ξεβαμμένο τζιν και ίσια μποτάκια. Εγώ με το κουστούμι έμοιαζα με τον κηδεμόνα της… Πανωφόρια δεν πήραμε, γλυκιά, ανοιξιάτικη, αθηναϊκή νύχτα. Χαθήκαμε στα στενά, βγήκαμε στου Ψυρρή και γυρίσαμε προς το Θησείο. Περάσαμε μπροστά από το παλιό αγαπημένο μου στέκι. Έριξα μια κλεφτή ματιά, το μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι, όπου τόσες συναντήσεις, δέσποζε ακόμη στο βάθος του μαγαζιού. Της πρότεινα το Kuzina. «Δεν έχω όρεξη για κυριλέ. Πάμε στα σουβλάκια στο Μοναστηράκι;». Καταλήξαμε στου Μπαϊρακτάρη. Αστειεύτηκα με την πασίγνωστη πλέον διαφορά ορολογίας: στη Σαλονίκη ο γύρος είναι γύρος, το σουβλάκι σουβλάκι και το καλαμάκι μπαίνει στον φραπέ! Παρήγγειλα λοιπόν μια σουβλάκια κι ένα μεγάλο κρίκερ, αλλά ο σερβιτόρος ήταν έμπειρος και έφερε αυτά ακριβώς που παρήγγειλα. Εκείνη παρήγγειλε ένα κεμπάπ, κατεψυγμένο αλλά νοστιμότατο ομολογώ και μία ρετσίνα. Σπανίως πίνει περισσότερο από ένα ποτήρι, τούτη την φορά παρήγγειλε δεύτερη φιάλη. Εντάξει, σκέφθηκα, τα μπάλωσα. Μια παρεξηγησούλα ήταν, πάει τέλειωσε κι όλα μέλι-γάλα. Διασκέδαζα με την επίδραση του οινοπνεύματος στον άμαθο οργανισμό της: τα μαγουλάκια της κοκκίνησαν, τα μάτια της νύσταξαν και γέμισαν με λαγνεία, γελούσε με το παραμικρό… Μήτε που φανταζόμουν πόσο περίτεχνη θα ‘ταν η εκδίκησή της!
Το κεφάλαιο «ex-files» είναι από τα πλέον άχαρα στις σχέσεις. Συζήτηση άσκοπη, προβλέψιμη και συχνά ανειλικρινής. «– Δεν τον παίρνω πλέον σοβαρά, μου φέρθηκε σκατά» κλπ. Αν είναι όντως έτσι, γιατί τον θυμάσαι ακόμα; Εκείνη ωστόσο εστίασε στις αδυναμίες του χαρακτήρα μου και έπεσε διάνα: «– Τελικά Βλαντ, με ποιον νόμισες πως ήμουνα χτες;». Της αράδιασα δυο-τρία ψευδώνυμα. «- Χμμ, για να δούμε… Με τον πρώτο έχω παίξει. Ξέρει τι του γίνεται, θα το ξανάκανα. Ο δεύτερος άσχετος, μακριά. Με τον τρίτο βγήκαμε για καφέ. Ωραίο παιδί, αλλά δεν νομίζω να κάνω κάτι μαζί του». Πώς έτσι εσύ, μας υποχρέωσες, σκέφθηκα. «– Σ’ ενοχλεί αυτή η κουβέντα; – Όχι, όλοι έχουμε παρελθόν. Δεν μ’ ενοχλεί, ίσα-ίσα που σε χαίρομαι.». Εδώ ήμουν ειλικρινής, είναι βλακώδες να ζηλεύεις το παρελθόν που δεν μοιράστηκες μαζί της. «– Αν κάνω κάτι σήμερα;». Άουτς. «– Δεν θ’ ανοίξω και σαμπάνιες, αλλά δεν θ’ αλλάξει κάτι στη σχέση μας.». Η αλήθεια είναι ότι ζηλεύω, αλλά μου περνάει γρήγορα. «– Κι αν κάνω σεξ;;;» το τερμάτισε. «– Δεδομένων των συνθηκών, αν κάνεις και σεξ πάει να πει πως δεν ενδιαφέρεσαι. Πες το μου ευθέως, να μην ανεβοκατεβαίνω». Τα μάτια της σα να μίκρυναν, έγιναν ξάφνου μυτερά σαν πρόκες και καρφώθηκαν πάνω μου: «– Ζηλεύεις;». Να και το ντιρέκτ! Ερώτηση-παγίδα, που δεν επιδέχεται μονολεκτικής απάντησης. Αν απαντήσεις καταφατικά, είσαι βανιλάκι και λίγος. Αν απαντήσεις αρνητικά, αδιαφορείς για κείνη. Απάντησα περιφραστικά: «– Μικρή και πανέμορφη, τι θα πει ζηλεύω; Κατά βάθος σημαίνει ότι εύχομαι να ‘μουνα στην θέση του επίζηλου, σωστά; Πάρε τους τρεις που ανέφερες, πρόσθεσε κι άλλους δέκα που ξέρεις: σε ποιανού την θέση θα ‘θελα να βρίσκομαι; Μίλα ελεύθερα, δεν θα θιγώ.- Μα όλο και κάπου θα υπερτερεί… – Α, όχι, μην το πας στον επιμερισμό! Άλλος είναι ομορφότερος, άλλος εξυπνότερος, χαρισματικότερος… Η λίστα επιθυμιών ατελείωτη. Σαν σύνολο βρες μου έναν». Η προσποίηση έπιασε, το σκέφτηκε μα δεν απάντησε. Την βοήθησα να τελειώσει την ρετσίνα της και ζήτησα τον λογαριασμό. «– Πάμε, φυσέκι έγινες!». Ανηφορίσαμε αγκαλιά την Ερμού. Καμιά σύγκριση με την Ερμού που θυμόμουν από φαντάρος: βρωμιά, γκράφιτι, παντός είδους περιθωριακοί, τα μαγαζιά σφαλισμένα ίσαμε τους απάνω ορόφους με ρολά ασφαλείας. Επιτρέψαμε στην πλατεία Συντάγματος.
Αν ήταν φανταστική ιστορία, θα έγραφα ότι την έδεσα, την φίμωσα, της έδεσα τα μάτια, την τιμώρησα για το καψόνι και μετά την έπαιρνα έως το ξημέρωμα. Θα σας γράψω ωστόσο τι ακριβώς συνέβη στο δωμάτιο. Βούρτσισε τα δόντια, ξεβάφτηκε, φόρεσε πιτζάμες και ξεράθηκε! «– Με συγχωρείς, η ρετσίνα…». Μάλιστα ξάπλωσε διαγωνίως, σα να ‘λεγε: δεν υπάρχει θέση για σένα στο κρεβάτι μου… Έτσι κι αλλιώς δεν σκόπευα να κοιμηθώ. Έφτιαξα ένα ποτό, μετά ένα δεύτερο. Χάζευα την έρημη πλατεία, η είσοδος του μετρό σφαλιστή, πυκνή κίνηση στην Βασ. Σοφίας και την Αμαλίας. Η Αθήνα ποτέ δεν κοιμάται, απόψε ξενυχτάει μαζί μου. Το βλέμμα ξανά στην Ακρόπολη. Σε μιαν αρχαία Αθήνα με χαμηλή δόμηση που τέλειωνε στο νεκροταφείο του Κεραμεικού, ο λόφος υψώνονταν σαν τέρας της μυθολογίας . Οι ξακουστοί αρχιτέκτονες στοχάζονταν αυτή την ασυναρτησία, μέχρι που την ερμήνευσαν: το έργο είναι ήδη έτοιμο, είναι ο Βράχος καθαυτός. Και πρόσθεσαν μια σεμνή πινελιά, μια διακριτική υπόμνηση ότι οι άνθρωποι είμαστε η κορωνίδα της Δημιουργίας. Μετά χάζευα εκείνη: σε κάθε ερωτική ιστορία υπάρχει σωστή και λάθος πλευρά. Στην σωστή, εκείνος που κοιμάται. Στη λάθος, εκείνος που ξενυχτά θαυμάζοντας τον κοιμώμενο. Πρώτη φορά στη ζωή μου βρέθηκα στην λάθος πλευρά. Και κάβλωνα… Αποκοιμήθηκα στον καναπέ, με σκούντηξε προτού χαράξει: «– Θα βρυκολακιάσεις χριστιανέ μου, έλα να κοιμηθείς σαν άνθρωπος!».
Το πρωί με ξύπνησε ο θόρυβος του ντουζ. Θαύμασα για πολλοστή φορά τις αναλογίες της – και την αδιαφορία της για τον ηδονοβλεψία που καραδοκούσε! Την καμάρωνα όσο μεταμορφώνονταν σε πορτραίτο του Μοντιλιάνι: με πόση σβελτάδα κι επιδεξιότητα βάφτηκε και χτενίστηκε! Εκατοντάδες φορές είδα αυτή την σκηνή, πρώτη φορά την παρακολούθησα. Και ξανα-κάβλωσα. Φόρεσε τις στενές peep toes της με την φυσικότητα που εγώ φορώ τις παντόφλες μου. Πόσο θηλυκότερη μπορείς να γίνεις! «– Με συγχωρείς για το βιαστικό αλλά με περιμένουνε κάτω.». Φορτώθηκε μια τεράστια τσάντα γεμάτη χαρτιά και φακέλους. «– Δεν έπεσες έξω. Ζηλεύω…» ομολόγησα. «– Ζηλεύεις ποιον. – Όλα τα βλέμματα που θα πέσουνε πάνω σου σήμερα!». Πλησίασε και μου ζούληξε τα μάγουλα, σα να ‘θελε να με σωπάσει διά της βίας: «– Άστους να κοιτάνε! Με σένα κοιμήθηκα ψες, σωστά;». Κοιμήθηκες κυριολεκτικώς πήγα να πω, μα συγκρατήθηκα. Ακριβά κόστισε η εξυπνάδα μου. «– Θα με συγχωρέσεις για το χθεσινό;». Γύρισε τάχα μου έκπληκτη. «– Ποιο χθεσινό καλέ; Έγινε κάτι και δεν το θυμάμαι;». Χαμογέλασε πονηρά, φίλησε τον αέρα κι έκλεισε την πόρτα του δωματίου.
Άνοιξα την μπαλκονόπορτα. Ώρα για απολογισμό, ώρα για τσιγάρο. Τι τίτλο να δώσω στο χτεσινό; Το BDSM χωρίς bondage και χωρίς S/m; Εν τούτοις πέρασα καλά κι ας ακούγεται απίστευτο. Πόσες συγκινήσεις και εναλλαγές συναισθημάτων σ’ ένα μόνο εικοσιτετράωρο! Από το ζενίθ στο ναδίρ και μετά πάλι στο ζενίθ, ώσπου ισορρόπησαν όλες οι αδρεναλίνες και οι τεστοστερόνες, όλα τα χημικά που εκκρίνονται μέσα μας. Για δυνατές συγκινήσεις δεν ξεκινάμε το ταξίδι; Ε να τες! Και πάνω απ’ όλα, πείστηκα για τον άνθρωπο με τον οποίον έχω να κάνω. Της έγραψα δυο λόγια. Τύλιξα το χαρτί με δυο λαστιχάκια της σ’ ένα μικροσκοπικό hogtie, τ’ ακούμπησα στη βαλίτσα της και κίνησα για το αεροδρόμιο.-