Προβεβλημένα

Ωραία μου κυρία.

Γιατί βγήκα ραντεβού, δεν ξέρω. Δεν ξέρω καν από πού άντλησα την δύναμη να ευπρεπιστώ και να οδηγήσω. Είχα αποφασίσει να αποσυρθώ, περίπου ως προϊόν ακατάλληλο προς βρώσιν. Τα θαλάσσωσα, το αναγνωρίζω. Εφικτές και Ανέφικτες, διαθέσιμες και απρόσιτες, παντρεμένες και ελεύθερες – τις πίκρανα και τις απογοήτευσα όλες, μου το ξεπλήρωσαν με τόκο, το διάφορο μεγάλο. «– Δεν κάνω γι΄ αυτό πλέον. Όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Νισάφι ως εδώ, θα κάτσω στ’ αυγά μου.». Ήταν η απόφασή μου για το νέον Έτος, μετά το φριχτό κι αλησμόνητο 2019.

 Δηλώνει σαραντάρα με βαριές υποχρεώσεις, οικογενειακές κι επαγγελματικές. Η κατηγορία γυναίκας που αρπάζει έναν μεζέ στα όρθια κι επιστρέφει στην οικογενειακή θαλπωρή, συνήθως τρέχοντας. Μου κέντρισε το ενδιαφέρον το ψευδώνυμο πρώτα, έπειτα το προφίλ της: τόση μετριοφροσύνη καταντάει επιτήδευση. Της έγραψα, απάντησε μετά από μέρες. Η ίδια μετριοφροσύνη συνυφασμένη με αυτοπεποίθηση. Η γυναίκα αυτή έχει ακλόνητη ιδέα για τον εαυτό της. Μάλιστα. Ιδού μια πρόκληση: τι συμβαίνει όταν ένα στοιχείο της φύσης προσκρούει σ’ ένα άκαμπτο αντικείμενο; Έμενε να καθοριστούν οι ρόλοι, ποιος το στοιχείο και ποιος το αντικείμενο. Και βρεθήκαμε στους Κεφτέδες, στην οδό Βογατσικού.

Κατέφθασε με μικρή καθυστέρηση. Κρατούσε τσάντα Louis Vuitton, μιλούσε σε δύο κινητά που κουδούνιζαν ασταμάτητα, πότε με το σπίτι της, πότε με το αφεντικό της. Κάθισε χωρίς να ζητήσει συγγνώμη και παρήγγειλε μία… σαλάτα. «– Α, τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Μου έλαχε ο Γκόρντον Γκέκο της Σαλονίκης. Μια ωρίτσα το πολύ και μετά δρόμο». Βοούσαν όλες οι Φωνές μέσα μου να σηκωθώ και να φύγω, άλλως να το διεκπεραιώσω ως επαγγελματικό ραντεβού και μετά «χάρηκα, είσαι πολύ ενδιαφέρουσα γυναίκα». Ωστόσο, εκείνη την κρίσιμη στιγμή άρχισαν οι ευχάριστες ανατροπές. Από την πανάκριβη τσάντα έβγαλε ένα ζευγάρι Stan Smith ν’ αντικαταστήσει τα δωδεκάποντα. Έκλεισε τα κινητά και το χαμόγελό της φώτισε τη νύχτα. «– Συγγνώμη για την καθυστέρηση, πάρκαρα στην ΧΑΝΘ και περπάτησα ως εδώ. Δείχνεις νεότερος και το ξέρεις!» με κολάκεψε και με αφόπλισε συνάμα. Χαμογέλασα. «- Ένας επιδεικτικός νάρκισσος είμαι. Μια στιλβωμένη αντίκα. Κάτω από το μπράσο δεν έχει τίποτε να δεις. – Καλά, ας φάμε πρώτα και θα σου πω. Σε πειράζει να τσιμπάω από την μπριζόλα σου; – Παρακαλώ!». Έφαγε όλο το ψαχνό «– μούρλια ε;;» και μου άφησε το κόκκαλο.

Η ομορφιά της με αποσβόλωσε. Υπνωτίστηκα από τα μαλλιά, τα μάτια, τα χείλια, τις χειρονομίες της, την παρακολουθούσα με θαυμασμό, εισέπνεα το άρωμά της με βουλιμία. «– Δεν με βοηθάς όμως… Μόνο εγώ μιλάω!». Δικαιολογημένα παρεξήγησε τον θαυμασμό μου για αμηχανία. Χρειαζόμουν επειγόντως βοήθεια, έβλεπα να φυτρώνει μια απογοήτευση τύπου «έχασα την βραδιά μου με δαύτον». Προσέτρεξα στον παλιό καλό μου φίλο, τον Γιάννη Μπουτάρη. Παρήγγειλα μια «Σαμαρόπετρα» και την ήπια σχεδόν μονάχος μου. Να φλερτάρω χωρίς τσιγάρο είναι ήδη δύσκολο, χωρίς αλκοόλ είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Μετά τις πρώτες γουλιές γρήγορα αναθάρρησα. Ξεκίνησα τον μονόλογο, προσαρμοσμένο στην περίσταση. Ήταν η σειρά της να με παρακολουθήσει σιωπηλή για κάμποση ώρα. Άρχισα με τα τετριμμένα και αναμενόμενα, πέρασα σε πιο προσωπικές εκμυστηρεύσεις και μετά εξαπέλυσα την επίθεση: της ανέπτυξα μια φαντασίωσή μου, βολιδοσκόπησα την αντίδρασή της, ήταν ενθαρρυντική. Κλιμάκωσα, επανήλθα με μια φαντασίωση που περιλάμβανε εκείνη. Ζήτησα κάποτε από το φλερτ μου μια φαντασίωση και εισέπραξα μια αληθινή εμπειρία της με τρίτους… Το πικρό δίδαγμα είναι πως, όταν σκαρφίζεσαι φαντασίωση, ο συνομιλητής υπολαμβάνει ασυνείδητα πως θ’ αποτελεί μέρος της. Βάδιζα λοιπόν την πεπατημένη κι όλα εξελίσσονταν κατ’ ευχήν. Τέρμα η περισυλλογή, βρίσκω επιτέλους την φόρμα μου, επανέρχεται ο παλιός κακός μου εαυτός, ώσπου: «– Ωραία τα λες Vladimir, όμως… έχεις πείρα;» με αιφνιδίασε. Ερώτηση εύλογη, αναπάντεχη, υπονομευτική. Μετά βίας χαλιναγώγησα την φυσική παρόρμηση να  πιάσω το πρώτο πρόσωπο ενικού, που τόσο απεχθάνομαι. Άλλο δίδαγμα από το παρελθόν: όταν περιαυτολογείς, ο συνομιλητής σου νοιώθει υποχρεωμένος να στο ανταποδώσει, ώστε ν’ αποδειχθεί τουλάχιστον εφάμιλλος. Το έπαιξα αυτό το παιχνίδι με πρόσωπο αγαπημένο και σας διαβεβαιώ πως είναι ανόητο, στο τέλος χάσαμε αμφότεροι. Όποιος μυθοποιεί το παρελθόν, αναπόφευκτα απεμπολεί την ευκαρία για ένα κάποιο μέλλον. Κάθε αναδρομή στο τότε συνιστά σύγκριση με το τώρα – και ποιος αντέχει να υπερπηδάει τους πήχεις των άλλων στο διηνεκές; Ανασκουμπώθηκα. «- Πείρα ομολογώ πως δεν έχω. Έχω όμως διάθεση και φαντασία. Και γενικά μαθαίνω γρήγορα. Θα ‘θελες άραγε να μου μάθεις;». Το εκτυφλωτικό χαμόγελο διαδέχθηκε ένα περιπαιχτικό γέλιο: «– Ουυυυ να σου τα μάθω επί τόπου! Διάβασα την τριλογία της E. L. James και βλέπω βιντεάκια στο redtube! Μπορώ να σου στείλω links αν θέλεις! Άρα είμαστε δύο αρχάριοι. Πού πάμε Vladimir; Τι θα κάνουμε οι δυο μας;». συνέχισε να με υποτιμά. Δεν με αποθάρρυνε, έχω συνηθίσει να με υποτιμάνε, σχεδόν μου αρέσει, σχεδόν πάντα το εκμεταλλεύομαι. «– Λογικά σκέφτεσαι, δεν αντιλέγω. Πλην όμως, η φαντασίωσή μου αφορά εσένα και μόνο. Εσύ την ενέπνευσες, εσύ πρωταγωνιστείς, σου ανήκει. Τα τεχνικά θα τα βρούμε με πειράματα, δοκιμές και σφάλματα. Την έμπνευση όμως; Έπειτα, τι σημαίνει πείρα; Την πρώτη μας φορά θα είμαστε εξ ορισμού παρθένοι ο ένας για τον άλλον, αυτό δεν το αλλάζει καμιά προηγούμενη εμπειρία. Γίνε η Μούσα μου! Κι εγώ ο Πυγμαλίων σου!».

Δεν έπαιζα θέατρο, κυριολεκτούσα, τα αισθήματα ξετινάχτηκαν από μέσα μου σαν τυλιγμένο ελατήριο. Και την άγγιξαν. Παράτησε το σαρκαστικό χαμόγελο, χαμήλωσε το βλέμμα, έπαιζε αμίλητη με το πώμα. Εξέταζε την πρότασή μου. Ω, πόσο θα ‘θελα ένα γαμημένο τσιγάρο τώρα! Ένευσα στον σερβιτόρο. «– Έχουμε παγωτό βανίλια και σουφλέ σοκολάτας. – Την σοκολάτα!» ομοφωνήσαμε και σκάσαμε στα γέλια, αφήνοντας το γκαρσόνι ν’ απορεί. Μας προσέφερε ένα τεράστιο μπολ μα λησμόνησε τα κουταλάκια. Σκεφτήκαμε το ίδιο ταυτόχρονα, ισχυρή ένδειξη αμοιβαιότητας. Τα γέλια φύγανε, δώσανε την θέση τους στην λαγνεία. Ουδείς ωστόσο τόλμησε να ταΐσει τον άλλον με το δάχτυλο. Κοιταζόμασταν επίμονα, μέχρι που έσπευσε ο σερβιτόρος με δυο κουταλάκια και διέλυσε την αιθάλη…

«– Έλα να σε ασπαστώ» είπε καθώς την ξεπροβόδιζα στην κατάφωτη λεωφόρο Νίκης. Με αγκάλιασε και με φίλησε στο μάγουλο, όφειλε να επιστρέψει στην καθημερινότητά της. Πλήρωσα τον λογαριασμό και αποτελείωσα το ποτήρι της. Μετάλαβα λίγους από τους χυμούς της, αναμεμειγμένους με άφθονο κραγιόν…  Χάζευα τάχα μου αδιάφορα τα νεαρά ζευγάρια που συνέρρεαν στο μαγαζί. Τόσο νέοι, αμέριμνοι, ανυποψίαστοι. Μακάριζα και συμπονούσα εξίσου. Τηλεφώνησε, υποσχέθηκε να μου ανταποδώσει με την πρώτη ευκαιρία. «– Ήπια το υπόλοιπο κρασί σου! – Ω, τώρα έμαθες τα μυστικά μου!.».. Παύση γοητευτική κι έπειτα: «– Vladimir… Γιατί δεν το έκανες; – Επειδή έπρεπε να επιστρέψουμε και οι δυο στα σπίτια μας. Κι αν το έκανα, δεν θα επέστρεφε κανείς. Ας το αφήσουμε για το επόμενο ραντεβού, δεν θα διστάσω!» την απείλησα.

Περπάτησα στην παγωμένη παραλία να ξενερώσω, άλλωστε έπρεπε να οδηγήσω, είχα παρκάρει στον ΟΛΘ. Σήκωσε μπουκαδούρα κι ο Θερμαϊκός βρωμούσε υπέροχα. Πολύτιμες στιγμές αναστοχασμού: ανέφικτες σχέσεις. Ένας απ’ τους δυο παντρεμένος, συχνά και οι δύο. Υποθήκη ασήκωτη, η επίγνωση πως είσαι το side dish στη ζωή του άλλου / της άλλης, ο πουρές ή το πιλάφι στο πιάτο του / της. Πρόγευση θνητότητας να προβλέπεις (και πολλοί προβλέπουν) πως έχει πεπερασμένη διάρκεια ζωής. Ή οι εραστές εξ αποστάσεως. Ο ένας εδώ, ο άλλος κάπου μακριά. Μοναξιά ατελείωτη. Το «καλώς όρισες» να ισοδυναμεί με «εις το επανιδείν». Κάθε λεπτό μαζί της σε φέρνει πιο κοντά στον αποχαιρετισμό. Κάθε οργασμός της τιμωρείται με δάκρυα και φουσκωμένους λογαριασμούς στα κινητά.  Αρκετούς ανθρώπους πλήγωσα, μήπως πρέπει ν’ αποσυρθώ οριστικά; Αναζήτησα ανακούφιση στους στίχους του ποιητή από την Χαλκίδα:

Ωωω… τα’ άνθη τα’ αγκάθια, όλα έρχονται στη φύση
Κι όλα φεύγουν στην ώρα τους. (Την τύχη τους νάχα…)
Εγώ τι; Στη ζωή, έχω βιαστεί νάρθω τάχα
Ή αργήσει;

Κράτησα το εισιτήριο του parking για ενθύμιο και κίνησα για το σπίτι.

Προβεβλημένα

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Φρίττω στην σκέψη ότι κάποιοι δεν είχατε καν γεννηθεί πριν από τριάντα χρόνια. Οι περισσότεροι ήσαστε πολύ πιτσιρίκια για να θυμάστε τον χιονιά του 1988. Στους μεγαλύτερους έμεινε αξέχαστος: παραμονές Χριστουγέννων, ένα κύμα πολικού ψύχους από τα βάθη της Σιβηρίας πάγωσε την βόρειο Βαλκανική. Έσμιξε με αχνιστούς υδρατμούς πάνω από το Αιγαίο και από την σύζευξή τους γεννήθηκε η Χιονοθύελλα. Επί ένα εικοσιτετράωρο χιόνιζε ασταμάτητα. Είκοσι εκατοστά η χιονόστρωση στον Λευκό Πύργο, ένα μέτρο στο μπαλκονάκι της οδού Φιλίππου. Και μετά ένας εκτυφλωτικός ήλιος πάγωσε τα πάντα: μηδέν ατμοσφαιρική υγρασία να συγκρατήσει την θερμότητα, το λευκό να αντανακλά την ακτινοβολία πίσω στο διάστημα, η Σαλονίκη μετατράπηκε σε παγοδρόμιο. Θυμάμαι ωστόσο την στωικότητα και την αξιοπρεπή καρτερία των Σαλονικιών. Ελάχιστοι κατάφεραν να πάνε στις δουλειές τους, οι περισσότεροι έμειναν στα σπίτια τους και δεν χάλασε κι ο κόσμος βρε αδερφέ! Έτσι κι αλλιώς προσδοκίες δεν υπήρχαν, οι δημόσιες υποδομές ήσαν ακόμη πρωτόγονες. Ο ευφημισμός «ακραίο καιρικό φαινόμενο» δεν είχε επινοηθεί κι εξάλλου το χιόνι Δεκέμβρη μήνα δεν θεωρούνταν «ακρότητα». Δεν υπήρχαν ιδιωτικές τηλεοράσεις να τρομοκρατήσουν τον κόσμο με στερεότυπα όπως «χιονιάς-φονιάς», «παρέλυσε η Θεσσαλονίκη, ανήμπορος ο κρατικός μηχανισμός, ο εισαγγελέας διέταξε προκαταρκτική έρευνα». Κάθε θαύμα μία μέρα, το μεγάλο τρεις – αυτή ήταν τότε η προσέγγιση.

Ο υπάλληλος του ΚΤΕΛ ήταν αποκαρδιωτικός. «– Τι α σε πω φιλλλαράϊκ, το Δερβέϊν δεν περπατιέται. Έλλλα κι άμα είσαι τυχερός θα φύγς!» με ενημέρωσε με άψογη προφορά. Εγώ όμως επειγόμουν να ταξιδέψω στην ιδιαίτερη πατρίδα. Ξέμενα από καθαρά εσώρουχα και σε λίγο θα αντιμετώπιζα το φάσμα της ασιτίας. Τα λεφτά σώνονταν, η Λέσχη κλειστή, όμως κι ανοιχτή να ‘ταν είχα πια σιχαθεί τις αηδίες τους. Σε λίγο ή θα πεινούσα ή θα έπραττα το αδιανόητο για έναν ευπατρίδη σαν εμένα: θα μαγείρευα… Ζαλώθηκα λοιπόν τον σάκο μου και περπάτησα την Αγίου Δημητρίου μέχρι το πρακτορείο της οδού Λαγκαδά. Το αδιαχώρητο. Φοιτητές που έδειχναν να το διασκεδάζουν, φαντάροι που βλαστημούσανε τον καιρό. Θα περνούσαν τις πολύτιμες μέρες της άδειας τους στο πρακτορείο, καθώς φαίνεται. Επίσης πολλοί άστεγοι, που αναζήτησαν άσυλο από την παγωνιά. Παριστάνοντας τους ταξιδιώτες διέσωζαν την εναπομείνασα αξιοπρέπειά τους. Η ατμόσφαιρα αποπνικτική, τότε επιτρέπονταν το κάπνισμα κι απαγορεύονταν μονάχα «το πτύειν χαμαί», όπως διαμήνυε μια αρχαία τσίγκινη επιγραφή. Παρήγγειλα έναν φραπέ (αυτό έπινα χειμώνα-καλοκαίρι) και βγήκα να εισπνεύσω καθαρό αέρα.

Αν δεν μου μιλούσε, δεν θα την πρόσεχα. Την θυμόμουνα κοριτσάκι στο Γυμνάσιο, τώρα ήτανε κοτζάμ γυναίκα. «– Ο Βλαντιμίρ, σωστά; Με θυμάσαι;». Αναγνώρισα τα μικρά παιδιάστικα μάτια της. Φορούσε μαύρα άρβυλα, μαύρο παντελόνι, μαύρο πουλόβερ και πανωφόρι, μέχρι και τα νύχια της ήταν βαμμένα μαύρα, δεκαετίες προτού ακούσω για goth και darkwave. Την αγκάλιασα, της προσέφερα καφέ, καπνίσαμε μερικά τσιγάρα. Φιλοσοφική Αθηνών σπούδαζε. Το λεωφορείο τους αδύνατο να προσπελάσει το «Δερβέϊν», τους αποβίβασε στο πρακτορείο. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 οι φιλόλογοι διορίζονταν αμέσως και η βεβαιότης της επαγγελματικής αποκατάστασης (o tempora o mores!) είχε εκτοξεύσει τις βάσεις της Φιλοσοφικής ψηλότερα και από Νομική κι απ’ όλα. «– Ώστε τα κατάφερες ρε θηρίο, μπράβο! Όμως γιατί στους χαμουτζήδες; Γιατί όχι εδώ; – Να σου πω Βλαντιμίρ, αποφάσισα ν’ αποτινάξω την χωριατίλα από πάνω μου. Κακά τα ψέματα, νομίζαμε ότι μεγαλώναμε σε πόλη, όμως μεγαλώσαμε σ’ ένα μεγάλο χωριό, όπου οι πάντες ξέρουνε τα πάντα κι έχουν άποψη για άπαντες.». Για την γενέτειρα δεν διαφώνησα, όμως γινόμουνα σιγά-σιγά ξεροκέφαλος τοπικιστής – Σαλονικιός με μια λέξη: «– Και είναι χωριό η Θεσσαλονίκη; Μόνο φέτος είχαμε Biennale, είχαμε την σκακιστική Ολυμπιάδα, χώρια το φεστιβάλ κινηματογράφου, χώρια το ΑΠΘ. Δεν αρκούν αυτά; – Καλέ μου Βλαντιμιίρ, μια χαρά είναι η Θεσσαλονίκη. Οι άνθρωποι είναι το πρόβλημα, όχι η πόλη. Πες μου, με ποιους κάνεις παρέα εδώ στην κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη;». Είχε δίκιο, με τον έναν κολλητό ήμαστε συμμαθητές από το Δημοτικό, με τον άλλον από το Γυμνάσιο. Σιώπησα. «– Αφού έπρεπε να ξενιτευθώ, σκέφτηκα πως όσο μακρύτερα, τόσο καλύτερα. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Νέο ξεκίνημα. Να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου χωρίς εφαλτήριο, αλλά και χωρίς βαρίδια από το παρελθόν». Είπε κι άλλα πολλά, ήταν σαγηνευτική συνομιλήτρια. Νύχτωνε νωρίς, ο σταθμάρχης ανακοίνωσε πως τα δρομολόγια ματαιώνονται μέχρι νεοτέρας. «– Κανόνισα να μείνω στης Κατερίνας απόψε. – Σαχλαμάρες, η Κατερίνα μένει στην Γαμβέτα, στην άλλη άκρη της πόλης. Αδύνατο να περπατήσεις ως εκεί. Έλα να μείνεις σε μένα, ο συγκάτοικός μου πρόλαβε κι έφυγε πριν τα χιόνια, θα έχεις δικό σου δωμάτιο. Και το πρωί βλέποντας και κάνοντας.». Συμφώνησε αμέσως, άλλωστε δεν είχε επιλογές. Ανηφορίσαμε φορτωμένοι την Αγίου Δημητρίου, έρημη από αυτοκίνητα και πεζούς. Το χιόνι είχε παγώσει για τα καλά, γλιστρούσαμε και πέφταμε, κάναμε τσουλήθρες, το διασκεδάζαμε με την καρδιά μας. Μουσκέψαμε μέχρι σώβρακο, όμως ήμαστε νέοι, υγιείς και αμέριμνοι – δηλαδή ευτυχισμένοι.

Απλώσαμε τα ρούχα μας στα καλοριφέρ. Ο Κύπριος στην Ιασονίδου έκανε χρυσές δουλειές. Πήραμε σεφταλιές, ανοίξαμε κι έναν κόκκινο «Μακεδονικό» του Τσάνταλη. Σε εξαιρετικές περιστάσεις έπινα «Νάουσα» ή «Γκραν Ρεζερβέ». Φτηνοδουλειές όλα, όμως αυτά μπορούσα τότε και δεν ξέμενα ποτέ από κρασί. «– Μ’ αρέσει ρε Βλαντ που δεν έχεις ποτήρια για νερό, αλλά έχεις εξάδα κολωνάτα! – Ναι, είμαι η εντελώς προσωπική μου εκδοχή του bon viveur.». Ευθυμήσαμε. Έπινε πολύ η αφιλότιμη και δεν της φαίνονταν. Ανοίξαμε και τον Μπουτάρη, οι γλώσσες λύθηκαν. Απίθωσε το κολωνάτο της αποφασιστικά. «– Ξέρεις Βλαντ, στο Γυμνάσιο ήμουν ερωτευμένη μαζί σου. – Με μένα; Γιατί; Θέλω να πω, ένα άσχημο σπασικλάκι ήμουνα, τι μου έβρισκες; – Άσχημος δεν ήσουν. Ιδιόρρυθμος σίγουρα. Και είχες ένα αυτάρεσκο χαμόγελο ρε φίλε… Μου έρχονταν να σου στράψω δυο χαστούκια, να σου πω ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε;;;; – Δεν το ‘ξερα, δεν μου μίλησες ποτέ». Χαμογέλασε . «– Να, βλέπεις που δεν αλλοιώνεται ο πυρήνας μας; Κατά βάθος παραμένεις το ίδιο αλαζονικό καθήκι! ΕΜΕΝΑ περίμενες να σου μιλήσω; Μου ‘δωσες ποτέ σημασία; Ανταλλάξαμε μια κουβέντα εκτός από καλημέρα-καλησπέρα;». Είχε και πάλι δίκιο. Το ξαναβούλωσα και πέταξα τα πιάτα στο νεροχύτη.

Την συνέλαβα επ’ αυτοφώρω να σκαλίζει τα βιβλία μου. «– Αυτό που ξεφυλλίζεις είναι για την Σχολή. – Ναι, δεν καταλαβαίνω λέξη! Τι σπαζοκεφαλιά! Τι άλλο διαβάζεις τούτη την εποχή; – Μόλις τέλειωσα το Μήλον της Έριδος, του συνταγματάρχου Woodhouse. Τελευταία με απασχολεί ο Εμφύλιος. Ο συνταγματάρχης υπηρέτησε στην κατεχόμενη Ελλάδα ως σύνδεσμος της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής με τον ΕΛΑΣ. Είναι η ιστορία του Εμφυλίου δοσμένη από έναν φιλέλληνα, που όμως δεν μασάει τα λόγια του, γράφει τι σκατολαός είμαστε. Τώρα έπιασα το Κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός του Πουλαντζά. Είναι πυκνογραμμένο και η μετάφραση Βέλτσου το κάνει ακόμα πιο δυσνόητο. – Μάλιστα! Κι από λογοτεχνία πώς πας;». Εδώ άρχισα να δυσφορώ για τα καλά. Ξέρω την ακαταστασία μου, έχω συμφιλιωθεί με τις αδυναμίες του χαρακτήρα μου, αλλά ως εδώ και μη παρέκει! «– Δεν έχω χρόνο. Σε τι ακριβώς χρησιμεύει η λογοτεχνία; – Χα, καλή ερώτηση! Σε τι χρησιμεύει η Τέχνη γενικότερα; Η λογοτεχνία ποτίζει μέσα μας, μας μαλακώνει, μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Ενδιαφέρεσαι λες για τον Εμφύλιο. Μπορείς να διαβάσεις την Ελένη του Γκατζογιάννη, να εξετάσεις τον πόλεμο βιωματικά, χωρίς ημερομηνίες και τοπωνύμια ή αν θες….». Με είχε πλέον εξοργίσει. Τι είσαι συ μωρή καριόλα, που θα μου δώσεις διάλεξη περί λογοτεχνίας; Την βούτηξα από το μαλλί και την πέταξα στο κρεβάτι. Δεν αντιστάθηκε. Χίμηξα πάνω της και την τρύπησα. Και τα εσώρουχά της ακόμη μαύρα ήταν. Η οργισμένη αλείαντη διείσδυση με έφερε σε πρόωρο οργασμό. Έκαμα να τραβηχτώ, όμως με φυλάκισε με τις γάμπες της. «– Εντάξει είναι μωρό μου» είπε απαλά. Εξερράγην μέσα της. Καπνίσαμε ένα τσιγάρο, ύστερα ένα δεύτερο. Εικοσάρης πράμα ήμουν, η στύση επανήλθε ακαριαία. Τούτη την φορά ήταν υγρή, ο κόλπος της έκαιγε, έφτανε σε οργασμό γρήγορα. Οι διαδοχικοί της οργασμοί με φούσκωσαν με αυτοπεποίθηση, τώρα πια αργούσα εγώ, το πέος μου ήταν άκαμπτο κι ασυγκίνητο σαν χαλύβδινο έλασμα. Αποστασιοποιήθηκα από κείνο το αναίσθητο κομμάτι μου κι εστίασα πάνω της. Δημοφιλής δεν ήτανε στο σχολείο. Ούτε ξανθιά ούτε μοδάτη. Δεν ανήκε σε «κλίκες», δεν ήταν «one of the girls». Είχε συνηθίσει να την υποτιμούν. Δεν είχε επίγνωση της ομορφιάς της. Ομόρφαινε όταν έμπαινα μέσα της κι όσο πλησίαζε σε οργασμό ομόρφαινε περισσότερο, ώσπου γινόταν η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Με κοίταζε με έκπληξη κι ευγνωμοσύνη, λες κι έκανα ανδραγάθημα. Έβλεπα βαθιά στα μάτια της, θυμήθηκα έναν στίχο που συνόψισε την συγκυρία: «τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα». Σείονταν η λεκάνη της, το κορμί της ολάκερο, το στόμα της έχασκε, τα υγρά της, το σάλιο, ο ιδρώτας της τινάζονταν πάνω μου, τα κατάπινα λαίμαργα, τα αντάλλαζα με τα δικά μου. Έμπηγε τα νύχια της στην πλάτη μου, τραβούσε τα μαλλιά μου, τράνταζε το μικρό διαμέρισμα με τα βογγητά της. Έπειτα διάλειμμα για τσιγάρο και δυο γουλιές κρασί, χωρίς να σηκωθούμε από το κρεβάτι παρά μόνο για τουαλέτα. Το κάναμε αμίλητοι, μουγκρίζοντας όπως τ’ αγρίμια, που δεν ξεκολλάν από το ταίρι τους παρά μόνον όταν ξεπληρώσουν το χρέος στη γενιά τους. Πρέπει να αποκοιμήθηκα κατά το χάραμα, γυμνός και άπλυτος στην αγκαλιά της.

Το μεσημέρι με ξύπνησε θόρυβος από τεντζερεδικά. «-. Μόνο μακαρόνια έχεις! Άνοιξε ευτυχώς ο μπακάλης και ψώνισα δυο πράγματα. Επίσης συμμάζεψα όσο μπορούσα. Αλήθεια Βλαντ, πώς ζεις σ’ αυτό το χάλι; – Δεν πρωτοτυπείς εν προκειμένω, την ακούω συχνά αυτή την ερώτηση. – Ω, η κοπέλα σου; Η μαμά μου…». Έφαγα όλη σχεδόν την κατσαρόλα, η καρμπονάρα της μου φάνηκε το εκλεκτότερο έδεσμα του Michelin, είχα μήνες να φάω σπιτικό φαγητό. «– Τι να πω; Είσαι ένας άγγελος! Πώς μπορώ ν’ ανταποδώσω; – Θα μου δείξεις τις ομορφιές της κοσμοπολίτικης Θεσσαλονίκης;». Προτίμησα την ερωτική Άνω Πόλη. Ανηφορίσαμε μέχρι τους Κήπους του Πασά με τα απόκοσμα αγάλματα, δρασκελίσαμε την Ακροπόλεως, βρεθήκαμε στην οδό Μαύρης Πέτρας. Περπατήσαμε τον δρόμο της λήθης… Τα ταβερνάκια στο Τσινάρι ήταν κλειστά, δεν κυκλοφορούσε ψυχή ζώσα. Την ξενάγησα στην πλατεία Τερψιθέας. Ηλεκτριστήκαμε από τον τουρμπέ του Μουσά Μπαμπά, αφεθήκαμε στον μυστικισμό ενός μοναχικού τάφου στην μέση μια πλατείας. Σαν φιγούρες σε πίνακα του Giorgio de Chirico, μονάχα τόπος, εκτός χρόνου και άνευ αιτίας.

Νύχτωσε, τα χνώτα μας άχνιζαν, τα δάχτυλα ξύλιασαν. Μας τύλιξε παγωμένη ομίχλη. Ανατρίχιασε. «– Νεκροί και ζωντανοί πλάι-πλάι. Καμιά φορά δύσκολα τους ξεχωρίζεις. Θα βρούμε ανοιχτό καφέ λες;». Κάναμε ένα κουράγιο μέχρι τον Τζότζο στην μονή Βλατάδων. Είχε κάνα δυο παλιούς μπεκρήδες μέσα. Μας κέρασαν κρασιά, ξεθάρρεψαν, κάθισαν στο τραπέζι μας. Ο Τζότζος τηγάνισε κεφτέδες και πατάτες στο πετρογκάζ. Μιας και δεν είχαμε τίποτε σημαντικό να διηγηθούμε από τις ζωές μας, ακούσαμε τις χιλιοειπωμένες ιστορίες τους: Μικρασία, προσφυγιά, Κατοχή. «– Εδώ απάνω δεν τολμούσαν μήτε οι Γερμανοί! Ελεύθερη Ελλάδα, κράτος εν κράτει!». Κι ύστερα ο Εμφύλιος. «– Σκότωνε η ΟΠΛΑ, σκότωναν και οι ΠΑΟτζήδες, χυμένα μυαλά στα σοκάκια. Στον πόλεμο αυτό νικούσαν πάντα οι ξένοι, οι Γερμανοί πρώτα, μετά οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί. Ρίχνανε λάδι στην φωτιά, μια χαρά τους βόλευε ο σπαραγμός. Μας έστειλαν και τον Ζαχαριάδη απ’ το Νταχάου, φρέσκο και βουτυράτο με στολή Εγγλέζου λοχαγού – και τότε βαλ’ του ρίγανη!». Εκείνη μου έριχνε λοξές ματιές και πότε-πότε με σκουντούσε με το γόνατο. «– Ο Εμφύλιος που λέγαμε. Απόψε τον ζεις με τα μάτια του αυτόπτη». Ήθελα να αντιλέξω πως η Ιστορία δεν αφηγείται. Ερμηνεύει και προβλέπει εκείνα τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Διότι την ιστορίαν μου έγραψα ως θησαυρόν παντοτεινόν και όχι ως έργον προωρισμένον να υποβληθή εις διαγωνισμόν και ν’ αναγνωσθή εις επήκοον των πολλών, διά να λησμονηθή μετ’ ολίγον1. Μα είχα πιει πολύ για σοβαρές συζητήσεις.

Επιστρέψαμε κουτρουβαλώντας την Επταπυργίου. Ίσα που πρόλαβε να πετάξει το πανωφόρι της και την κάρφωσα από πίσω, στα όρθια, με τις παλάμες της κολλημένες στον τοίχο. Και μετά στον πάγκο της κουζίνας, στο γραφείο, στη ντουζιέρα. «Θέλω και τον πόνο σου!» ούρλιαξε. Πήρε κι έδωσε πόνο γενναιόδωρα, μέχρι που άνοιξε για τα καλά ο δρόμος προς τα σωθικά της. Φορούσε – κι ήταν η πρώτη μου φορά – μαύρο δαντελωτό κορμάκι δίχως εσώρουχο, αισθησιακότατος συνδυασμός που αργότερα έγινε από τους αγαπημένους μου «- Νοιώθω θηλυκότερη. Και μ’ αρέσει να κυκλοφορώ με ένοχο μυστικό! Εσύ Βλαντ έχεις ένοχα μυστικά; – Πολλά, αλλά δεν θα τα βρεις στα συρτάρια μου.». Ζουλούσα άτεχνα τους μαστούς της σα να τους άρμεγα, τραβούσα τα μαλλιά της, την δάγκωνα, την χαστούκιζα, την φίμωνα με τα δάχτυλα. Ορνιθοσκαλίσματα ενός αδαούς φοιτητάκου. Η μαστοριά του να στύβω το γυναικείο κορμί και ν’ απομυζώ τους χυμούς του ήρθε πολύ αργότερα.

Ξημέρωνε παραμονή Χριστουγέννων. Οι συγκοινωνίες αποκαταστάθηκαν κουτσά-στραβά, αν και το λεωφορείο έκαμε τέσσερις ώρες μέχρι το Ζαγκλιβέρι. «– Τι κάνουμε τώρα Βλαντιμίρ; Πού βρισκόμαστε;». Ανασήκωσα τους ώμους. «– Ιδέα δεν έχω! Εσύ τι προτείνεις;». Μου έδωσε τον αριθμό του πατρικού της. «– Θα τον χρησιμοποιήσεις; – Να είσαι βέβαιη!». Δεν τηλεφώνησα ποτέ. Έλαβα ευχαριστήρια επιστολή της τον Γενάρη. Στρογγυλά γράμματα, ορθογραφία και συντακτικό αντάξια μιας φιλολόγου, ερωτισμός κι εξομολογητική διάθεση πίσω από τον αυτοσαρκασμό της. Χαριτωμένα που γράφει! Με προσκάλεσε στην Αθήνα να μου ανταποδώσει την φιλοξενία, μα δεν αποκρίθηκα. Μου ‘γραψε και τον Μάρτιο. Θα περνούσε τις διακοπές του Πάσχα στην γενέτειρα και θα ‘θελε – αν ήθελα κι εγώ – να βρεθούμε μερικές μέρες νωρίτερα. Ούτε τότε. Διανύαμε ήδη το «βρώμικο ‘89», είχα αναμιχθεί και στην πολιτική, διάβαζα Πουλαντζά και Γκράμσι, κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος, (ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα· τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις)… Υποκρισίες! Δεν της έγραψα ποτέ, όχι ελλείψει χρόνου, αλλά επειδή λιγουρευόμουνα την ξανθιά γαλανομάτα αρχιτεκτόνισσα (αργότερα αποκαταστάθηκε μ’ έναν μεγαλοεργολάβο και δεν ξανακούστηκε). Κι επειδή κατά βάθος την υποτιμούσα, την θεωρούσα δεύτερο, πάρεργο, επιπόλαιη χριστουγεννιάτικη περιπέτεια, κατάλληλη για τον Τζότζο, ακατάλληλη για την υψηλή διανόηση του Belair. Χαθήκαμε.

Είκοσι Χριστούγεννα αργότερα, κουστουμάτος σαραντάρης και ανερχόμενος επαγγελματίας, ψώνιζα δώρα για συγγενείς και φίλους. Δεν άλλαξε απλώς ο αιώνας, άλλαξε ο πλανήτης: η κραταιά Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη, η Γιουγκοσλαβία το ίδιο, τα ηλεκτρονικά κατασκευάζονταν στην Κίνα κι ένας μιγάς εξελέγη πρόεδρος της Αμερικής. Είδα το ονοματεπώνυμό της τυπωμένο στον πάγκο με τα ευπώλητα του Ιανού. «- Συνωνυμία, εξάλλου είναι συνηθισμένο…». Η φωτογραφία στο οπισθόφυλλο ωστόσο ήταν αδιάψευστος μάρτυς – ήταν εκείνη! Ώστε γράφει. Και βρήκε και εκδότη! Να που εξεπλήρωσε το δικό μου παιδικό όνειρο, έγινε συγγραφέας! Προφανώς έγραφε από τότε, γι’ αυτό η πρεμούρα με την λογοτεχνία. Το βιβλίο της δεν μου άρεσε ομολογώ, μου φάνηκε σενάριο τηλεοπτικής σειράς, ένα Sex & the City που διαδραματίζεται στην Αθήνα. Έπειτα δεν μου άρεσε το χιούμορ της. Ο,τιδήποτε αφορά την Γυναίκα, από τον καρκίνο του μαστού έως το χρώμα των εσωρούχων, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για ν’ αστειευόμαστε. Ιδίως όταν πρόκειται για μόνες νευρωτικές γυναίκες όπως οι ηρωίδες της. Έλα όμως που άρεσε κι έγινε best seller. Δημοσίευσε κι άλλα, που δεν διάβασα. Την αναζήτησα στο facebook, της έστειλα ένα γλοιώδες μήνυμα: «Δεν αμφέβαλα ποτέ για σένα. Μας έκανες όλους υπερήφανους. Α και πού ‘σαι; Απαιτώ αυτόγραφο!». Το «αυτόγραφο» που μου έστειλε ήταν μια selfie της, όπου κάθεται στην λεκάνη του WC με τα βρακιά κατεβασμένα σε στάση αφόδευσης, να κρατάει το βιβλίο της μ’ ένα περιπαικτικό χαμόγελο. Δεν ξαναδοκίμασα…

Πήγα στο reunion του 2013 (τριάντα χρόνια από την αποφοίτηση), με την κρυφή ελπίδα να την ανταμώσω. Δεν την ειδοποίησαν καν, αγνοούσαν ότι ζούσε στην Αθήνα κι ότι έγινε πετυχημένη συγγραφέας. Συνέχιζαν να την υποτιμούν! Ποιες; Οι δημοφιλείς συμμαθήτριες, που στο reunion είχανε καταντήσει κυράτσες και θείτσες, μιλφάρες σε απόγνωση… Κι ας ήταν η μόνη που σημείωσε πρόοδο στη ζωή της. Αυτή ήταν η αληθινή αιτία της αποδημίας της. Η πατρίδα της την υποτίμησε, την πλήγωσε και τελικώς την απέπεμψε, ενώ η αλλοτριωτική μεγαλούπολη την αγκάλιασε, της έδωσε ευκαιρία να διακριθεί και να πετύχει. Ουδείς προφήτης εν τη αυτού πατρίδι είπε ο Ιησούς, που την γέννηση Του θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες. Σε πολλά διαφωνώ με τον Ιησού, στην περίπτωση αυτή συμφωνώ απόλυτα!

Είτε είχατε την υπομονή να διαβάσετε ως εδώ είτε κάματε scroll down, σας ευχαριστώ και σας εύχομαι από βάθους καρδίας χαρούμενες γιορτές κι ευτυχισμένο το 2019!

Συμπλήρωμα δια(σ)τροφής

Τελούσα σε πλήρη σύγχυση. Η ερωτική μου ζωή, μια ασυναρτησία. Έφευγα από την Σκύλλα και βάδιζα – δίχως να το γνωρίζω – προς την Χάρυβδη. Η πορεία μου ωστόσο δεν ήταν ευθύγραμμη κι αποφασιστική. Απομακρυνόμουν, αν μου επιτρέπεται να χαριτολογήσω, «με ελαφρά πηδηματάκια». Περί τα τέλη μιας τυρρανικής εφηβείας ανακάλυψα πως είχα κι εγώ ένα ταλέντο: ήμουν κοντός, φιλάσθενος, δεν έπαιζα μπάσκετ, τα κορίτσια με αγνοούσαν. Μπορούσα ωστόσο να μιλάω. Κι αυτό το «ταλέντο» αρκούσε, για να έχω κι εγώ το «κοινό μου» – ευλογημένη ας είναι η Αγία Ανωμαλία των Γυναικών! Από τότε λοιπόν που ανακάλυψα το «χάρισμα», το εκμεταλλεύθηκα σε βαθμό εκμαυλισμού. Ήρθε και το ίντερνετ να διευκολύνει τις περιστασιακές γνωριμίες και πάει, αποχαλινώθηκα. Λογαριασμό δεν κρατάω, ξεχνώ ονόματα και ημερομηνίες, ενίοτε και φυσιογνωμίες. Εκείνη όμως αποδείχθηκε εμπειρία αξέχαστη και διδακτική.

Η εμφάνιση και η καλλιέργειά της άνω του μέσου όρου. Το ίδιο και η ηλικία της, λιγάκι τσιμπημένη κι ας μη της φαίνονταν, εξάλλου τα επισκίαζε όλα η γοητεία της. Γυναίκα καταξιωμένη και αυτοδημιούργητη σ’ έναν ανδροκρατούμενο χώρο, έχαιρε σεβασμού και ανάλογης κοινωνικής επιφάνειας. Τι δουλειά είχε με όλα αυτά; Φαινομενικά είχε τα πάντα – και τα ρίσκαρε για μερικές ώρες αναψυχής με μένα και με άλλους φελλούς που γνώριζε στο διαδίκτυο.

Η φαντασίωσή της ελάχιστα πρωτότυπη. Περισσότερο μ’ ενδιέφερε η ψυχοπαθολογία της: προσποιούνταν πως όλα τα επιτεύγματά της – οι σπουδές, τα χρήματα, η καταξίωση – οφείλονταν στην καλή της τύχη, στην τυφλή εύνοια κάποιας θεότητας. Εξευμένιζε λοιπόν τούτη την απροσδιόριστη θεότητα με σωματικό πόνο, σαν τους βενεδικτίνους μοναχούς του μεσαίωνα. Για να απενοχοποιήσει τον μαζοχισμό της εφηύρε μία alter ego, την «ζωντοχήρα», που την προίκισε με όλες τις διαστροφές της γυναικείας σεξουαλικότητας: η ζωντοχήρα ήταν προκλητική και παρακλητική προς τους άντρες. Αλγολάγνα και μαζοχίστρια του εξευτελισμού. Ακόρεστη νυμφομανής, άλλοτε cougar και άλλοτε λάτρης της ανδρικής ωριμότητας, ανάλογα με τον παρτενέρ. Αταλάντευτα λάτρης του πέους, της πολλαπλής διείσδυσης, του κολπικού οργασμού. Εκείνη ήταν μια ευυπόληπτη κυρία. Η ζωντοχήρα μια ξεσκισμένη τσουλάρα.

Ρώτησα πότε και πώς άρχισε. Μου απάντησε ότι από το ξεκίνημα της σεξουαλικής της ζωής κατάλαβε πως κάτι έλειπε. Σίγουρα της έλειπε ο οργασμός, έφτανε σπανιότατα, κατά κανόνα έμενε στα κρύα του λουτρού. Πείστηκε πως έχει πρόβλημα οργανικό, μα οι γυναικολόγοι δεν είχανε λύση, όλες οι εξετάσεις της φυσιολογικές. Συμβουλεύθηκε και ψυχολόγους, μα ήτανε μόνο λόγια – και οι γυναίκες χρειάζονται κάτι περισσότερο από λόγια μέσα τους… Δοκίμασε με βοηθήματα, με πενιχρά αποτελέσματα. Δοκίμασε μέχρι και ομοφυλοφιλικό σεξ, χωρίς όμως να ξεπεράσει την φυσική απώθηση και τις ανατομικές δυσκολίες. Η λύτρωση ήρθε τυχαία, σ’ έναν καναπέ, σκαρφαλωμένη στον εραστή της. Ο τελευταίος δάγκωσε άγαρμπα τις ρώγες της, εκείνη κεραυνοβολήθηκε από τον πόνο, όμως σα να άνοιξαν οι κρουνοί. Πλημμύρισε η λεκάνη της, κατέκλυσε τον εραστή της, μούλιασε τα υφάσματα, κατάλαβε πως κάτι άλλαξε. Κι έκτοτε πειραματίσθηκε, ώστε να κρατήσει την πεμπτουσία και να πετάξει τα περιττά. Όταν γνωριστήκαμε, ήταν απόλυτα κατασταλαγμένη. Είχε από καιρού σκηνοθετήσει τις συνεδρίες της μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Ήξερε τι ήθελε και πώς θα το αποκτούσε στο αυτοσχέδιο dungeon της, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στην ίδια οικοδομή με το περίοπτο γραφείο της.

«- Υπάρχει ξέρεις όνομα γι’ αυτό που σου αρέσει. – Ξέρω ότι έχει πολλά ονόματα, μα αδιαφορώ. Γνωρίζω τις ανάγκες μου καλύτερα από σας, που χασομεράτε στο ίντερνετ και χαζεύετε σαν τους ηδονοβλεψίες. – Αυτοί οι ηδονοβλεψίες που απαξιώνεις, έχουνε την υποκουλτούρα τους, τα στέκια τους, την κοινότητά τους με μια λέξη. Δεν σ’ ενδιαφέρει να κοινωνικοποιηθείς; – Να μου λείπει, κοινωνική είμαι και με το παραπάνω. Να περνάω καλά θέλω, με όποιον θέλω, στον ελάχιστο χρόνο που διαθέτω.». Αμετάπειστη και συνεπής. Δημιουργική από μιαν άποψη: δεν ήθελε να διαβάζει τις εμπειρίες των άλλων, επινοούσε τα δικά της παιχνίδια. Δεν έγραφε παρά μόνο στο σώμα της. Δεν φωτογραφίζονταν, οι εικόνες της, θνησιγενείς, αναλώσιμες, φτου κι απ’ την αρχή. Κατανάλωνε τους άντρες σαν σκεύη πολλαπλών χρήσεων.

Πίστεψα πως η γυναίκα αυτή άξιζε την προσπάθεια, όμως έσπασα τα μούτρα μου. Απρόσβλητη, λες κι είχε μπολιαστεί με το ισχυρότερο αντι-βλαδιμιρικό εμβόλιο… Τις τρύπες της τις προσέφερε πρόθυμα, το μυαλό της καθόλου. Μου ήταν αδύνατο να διεισδύσω εκεί. Μοιράστηκε μοναχά τα απολύτως απαραίτητα για την δουλειά της και την οικογενειακή της κατάσταση – κι αυτό για χρηστικούς λόγους, για να γνωρίζω δηλαδή την διαθεσιμότητά της. Κατά τα λοιπά, αδιαφανής ομίχλη. Ούτε κουβέντα για τα παιδικά της χρόνια ή την εφηβεία της…Για τα φοιτητικά της χρόνια απρόσωπες πληροφορίες, σα να συμπλήρωνε βιογραφικό. Για τους προηγούμενους (ή και συντρέχοντες) εραστές της, απρόθυμες γενικότητες και κοινοτυπίες. Καμιά χαραμάδα να τρυπώσω στο κρανίο της. Όσο για την καρδιά της; Αν είχε καρδιά, την είχε οχυρώσει σε απόρθητο κάστρο, περιτριγυρισμένο από βαθιά τάφρο, φρουρούμενο από δράκους και άλλα μυθικά όντα. Δεν ήθελε να ερωτευθεί, «να το ζήσει ήθελε», όπως επαναλάμβανε μονότονα.

Θα αναρωτηθείτε ίσως, προς τι η πικρία; Πέρασα καλά, χωρίς σκοτούρες. Πολλοί θα ζήλευαν την θέση μου. Επλήγη άραγε το κακομαθημένο μου Εγώ; Μήπως βρήκα «τον μάστορά μου»; Ενδεχομένως. Ναι, μου άρεσε πολύ αυτή η γυναίκα, ναι, θα ήθελα κάτι περισσότερο, που όμως δεν διατίθετο. Και ναι, μπορούν και οι γυναίκες να πηδιούνται χωρίς συναίσθημα – ένα μάθημα που άργησα να εμπεδώσω! Διότι η γυναίκα αυτή αντιμετώπιζε τους άντρες ως ομιλούντα dildos και ως περιστασιακούς παρτενέρ ενός play party. Ποιος άντρας κολακεύεται στην ιδέα αυτή, ότι δηλαδή είναι ένα dildo; Ότι όλος ο κόπος, η έξαψη, ο ιδρώτας, τα υγρά, δεν είναι παρά ένα καρύκευμα στο πιάτο της; Ένα πρωτεϊνούχο συμπλήρωμα της σεξουαλικής της ζωής; Ότι είναι αδύνατο να κερδίσει ένα έστω τεταρτημόριο από την καρδιά της ερωμένης του, όση προσπάθεια κι αν καταβάλει; Και αντιστρόφως: ποια γυναίκα κολακεύεται, όταν συνειδητοποιεί πως είναι μονάχα «τρύπες»; Κάμποσες γυναίκες με τίμησαν με την συντροφιά τους, τις ευγνωμονώ. Όλες είχανε τρύπες, όλες προσδοκούσαν να τις εκμεταλλευθώ κατά φύσιν και παρά φύσιν. Καμιά δεν φιλοδοξούσε να είναι σκέτη «τρύπα». Ούτε ‘γώ ταπείνωσα έτσι την ερωμένη μου, τουλάχιστον εκ προθέσεως. Η εμπειρία αυτή μου δίδαξε πως οι άνθρωποι δεν είμαστε dildos και φουσκωτές κούκλες. H «ζωντοχήρα» όμως ήταν τόσο αποφασισμένη, τόσο στυγνά οριοθετημένη, τόσο άτρωτη στο φλερτ, που με εξόργισε και μ’ έσκασε. Απαγοητεύθηκα, πήρα των ομματιών μου κι έφυγα. Δεν πήρε την πρωτοβουλία να με ξαναδεί. Δεν μπήκε καν στον κόπο να με διαγράψει από το facebook, μπορεί στο πάνθεό της να μην αξίζω ούτε το «κλικ». Εκεί μου εύχεται στα γενέθλιά μου.

Συγχωρέστε μου την κατάχρηση του α’ ενικού και τον απροσγείωτο ρομαντισμό! Ο αιωνίως αιθεροβάμων σας εύχεται καλό Φθινόπωρο!

ΤσικνοΠαρασκευή

Τσικνοπέμπτη λοιπόν. Φάγατε, ήπιατε, γλεντήσατε, Κύριος οίδε τι άλλα αίσχη κάνατε, ενώ εγώ δούλευα. Ναι αγαπητοί εν ανωμαλία αδελφοί μου, δούλεψα ως τυμπανιστής και στρατολόγος της κοινότητάς μας!

Η Ξ. είναι δημόσιος υπάλληλος και εργάζεται σε υπηρεσία με την οποία συναλλάσσομαι καθημερινά. Άριστες σπουδές στην ημεδαπή και στο εξωτερικό, παντρεμένη με παιδάκια. Με φλερτάρει κομψά, σχεδόν από τότε που γνωριστήκαμε. Όταν λέμε flirt, μην βάζετε πολλά στο διεστραμμένο σας μυαλό… «- Μην μου φωνάζετε κε Nabokov! Εμείς στο τέλος θα γίνουμε φιλαράκια, θα δείτε! Αυτοκολλητάκια θα γίνουμε!». «- Γιατί δεν με κάνετε φίλη σας στο facebook;;; Θ’ αποσύρω το αίτημα, να ξέρετε!». «- Γιατί τα χαρτιά σας στην Μαρία κε Nabokov; Γιατί με πληγώνετε έτσι, εγώ δεν σας κάνω;». Και τα τοιαύτα. Δεν της έδωκα ιδιαίτερη σημασία. Όχι ότι είναι άσχημη – απεναντίας. Αλλά μυρίζει vanilla κι αυτό το καρύκευμα το βαρέθηκα πριν από χρόνια. Κλασσικό cock-teaser. Τους υπαινιγμούς της και τα εγκάρδια χαμόγελα-Binaca τα θεωρεί μεγάλη σκανδαλιά, μην πούμε αμαρτία – θου Κύριε φυλακή τω στόματί μου! Η πείρα μου διδάσκει ότι τίποτε καλό δεν βγαίνει από δαύτες.

Ήρθε ψες στο αποκριάτικο μπαλ μασκέ του επαγγελματικού μου σωματείου με την συνάδελφό της την Μαρία. Φτου κι απ’ την αρχή χαμόγελα, χειρονομίες «έλα, έλα!»… Τελικά στρώθηκε δίπλα μου. «– Άιντε κε Vladimir, πόσο θα φάτε πια;;«. Στην πραγματικότητα δεν έφαγα σχεδόν καθόλου – κάποιος βλαξ γέμισε το πιάτο μου με κομφετί. Και το κυριότερο: δεν είχα όρεξη, το μυαλό μου ταξίδευε χιλιόμετρα μακριά, σ’ Εκείνη. Ναι σε Σένα, που δεν πιστεύεις λέξη απ’ όσα σου γράφω! Κι αντί για Σένα, δίπλα μου η Ξ… «Ώστε θέλεις να με παίξεις» σκέφθηκα. «Ωραία, ας παίξουμε!». «– Πόσων χρονών είσαι Ξ; – Σαράντα τρία» απάντησε χωρίς δισταγμό. Την είχα για μικρότερη. «Σαράντα τρία λοιπόν… Η πρώτη νεότητα πάει, έφυγε, πλησιάζεις πια στην ωριμότητα. Κι ακόμη ζεις για τους άλλους. Είσαι η κόρη που κάνει τους γονείς της περήφανους, η εργαζόμενη μαμά, η άμεμπτη γυναίκα του Τάδε. Μα είναι αυτή η ζωή που θέλεις;«. Σοβάρεψε: «– Όχι… Πώς το καταλάβατε; Το γράφει στο μέτωπό μου;». «- Μην θαρρείς πως είσαι η μόνη με τέτοιες ανησυχίες. Όλη η γενιά μας, άλλος λίγο άλλος πολύ, τα ίδια σκεφτόμαστε. Ζούμε την ζωή των άλλων, μέχρι που η δική μας η ζωή καταντάει μια ξένη φορτική, που λέει κι ο ποιητής. Σε ψυχολόγησα σωστά;» «- Με ισοπεδώσατε… – Λυπάμαι, δεν ήτανε στις προθέσεις μου. – Και τι προτείνετε κε Vladimir; Να πιάσω γκόμενο να βγάζουμε τα μάτια μας;;; Θα βελτιώσει αυτό την ζωή μου;«. Ώπα, κάτσε σκέφθηκα… Η κουβέντα μας δεν προιώνιζε το παραμικρό περί εξαγωγής οφθαλμών, γκόμενων, ξεσκισμάτων και άλλων τινών! Για δες, μπορεί να υπάρχει ακόμη ζωή σ’ αυτή την γυναίκα… «– Δεν είμαι σε θέση να σου πω τι να κάνεις. Μόνη σου πρέπει να κάνεις μια ενδοσκόπηση, μια ειλικρινή αναζήτηση μέσα σου…«. Είπα – κι έβαλα ένα ποτήρι κρασί. Σκέτος ξυδιάς, αλλά οι απειράριθμες αντανακλάσεις του κόκκινου μου ‘φεραν στο νου Εκείνη. Χαμογέλασα, μόλις έστειλε SMS… Και μετά αμφισβητείς τον τηλεπαθητικό μας δεσμό! «– Αχ κε Vladimir αφήστε τώρα το κινητό, τι να κάνω, πείτε! – Ξ, έχεις ακουστά το ακρωνύμιο BDSM; – Όχι, τι είναι αυτό… – Κι εγώ το αγνοούσα, μόλις πρόσφατα διάβασα γι’ αυτό, έπεσε ένα βιβλίο στα χέρια μου. Το βράδι, αφότου βάλεις την οικογένεια για ύπνο, τσέκαρέ το στο wikipedia! – Πώς το ‘πατε; ODSM; – BDSM«, επανέλαβα.

Η κιθάρα έπαιξε τα πρώτα ακκόρντα από το «Πεθαίνω για σένα» του Μαχαιρίτσα, παραγγελιά για Κείνη. Με προτροπή του τραγουδιστή ανέβηκα στην σκηνή, μου προσέφερε το μικρόφωνο. «Δε πα να είσαι ψέμμα, εγώ σε λέω Αγάπη…«. Πανζουρλισμός από κάτω, «για ποια πεθαίνεις ρε Nabokov;«. Μπιιιπ – δεύτερο SMS Της: «Μην πίνεις μόνο, φάε και κανά κοψίδι!«. Τι συγχρονισμός Θε μου! Και τι ρομαντισμός! Εγώ πεθαίνω για Σένα κι εσύ κρακ! κοψίδια! Κατέβηκα μέσα σε αποθέωση. Κάποτε είχα φωνή, αλλά οι καταχρήσεις την κατέστρεψαν, τώρα ογκανίζω μεν, αλλά δίνω πόνο με συναίσθημα! Κάθουμαι στην θέση μου, η Ξ. σκυμμένη πάνω από το τηλέφωνο: «– Αχχχ δεν πιάνει 4G εδώ μέσα!!! – Όχι εδώ βρε χαζούλα, σπίτι, αργά το βράδι! Είναι το πρώτο σου τασκ. – Το ποιο;«. Χαμογέλασα, πήρα την καπαρντίνα μου κι έφυγα. Σου τηλεφώνησα, δεν απάντησες… Έφτασα σπίτι ζαλισμένος από τον θόρυβο και το άθλιο κρασί. Σωριάστηκα στον καναπέ, ξύπνησα κοντά στα μεσάνυχτα. Τηλεφώνησε! Ξαναβρήκα το κέφι μου και μπήκα στο φόρουμ να Την καληνυχτίσω.

Η Ξ μου τηλεφώνησε πριν από λίγο: «– Πού είστε κε Nabokov; Χτες φύγατε χωρίς να μας χαιρετήσετε! Και κυρίως, χωρίς να μας ακολουθήσετε! – Τι κάνατε δηλαδή. – Εεε δεν έχει σημασία ΤΙ αλλά ΠΟΙΟΙ το κάναμε! Δεν μπορείτε να χαλάτε το παρεάκι!!! – Ξ. λυπάμαι, έχεις δίκιο, είμαι γαϊδούρι! Να με συγχωρείς όμως, ήπια πάαρα πολύ και ζαλίστηκα… – Εντάξει, αφού το παραδέχεστε ότι είστε γάϊδαρος καλύφθηκα! Και να σας πω; Πότε θα ξαναβρεθούμε; Τι καλά που περάσαμε χτες! Τι λέτε για του Αγ. Βαλεντίνου;;» Χαμογέλασα. «- Δυστυχώς, έχω κανονίσει. Αλλά υπόσχομαι να σας βγάλω για φαγητό, να σας αποζημιώσω για χτες, που ήμουνα γάϊδαρος!».( Μην ελπίζεις, δεν θα σε διευκολύνω, ρωτώντας σε για το BDSM…) Το τηλεφώνημα έβαινε προς το τέλος του. «- Αυτό που μου ‘πατε χτες; Με τ’ αρχικά; Δεν το βρήκα… – Πρέπει μάλλον να κλείσεις τον γονικό έλεγχο στο PC, Ξ. – Γιατί καλέ, τι είναι, τσόντες;;; – Έχει και τσόντες, αλλά κατά βάση είναι μια υποκουλτούρα με δική της λογοτεχνία, δικό της σινεμά, φιλοσοφία, lifestyle… Τσέκαρέ το, μπορεί να σ’ ενδιαφέρει… Πωπω όταν πίνω χάνω τον έλεγχο! Μέχρι και για BDSM μίλησα ο αθεόφοβος;«. Ψέμματα, φυσικά. Είμαι γερός πότης και μερικά ποτήρια φτηνό κρασί δεν επιδρούνε πάνω μου. Φωνές από το βάθος: «– Η Μαρία λέει ότι το ξέρει αυτό το BDSM! – Τι μου λες, πολύ ενδιαφέρον! Δεν της το ‘χα! Ίσως το διδάξει και σε μένα! Κανονίστε, πότε θέλετε να σας πάω στη «Μπριζόλα», να μιλήσουμε για BDSM και ό,τι άλλο μας καπνίσει!!«. Ευχαρίστησε κι έκλεισε. Στοχάστηκα ικανοποιημένος. Παραμύθια για κοριτσάκια με σιδεράκια στα δόντια: «– Όχι εγώ, η φίλη μου η Μαρία…«. Ό,τι πεις, Ξ. μου! Τσικνοπέμπτη χτες; Μέχρι την 25η Μαρτίου που θα φάμε τον μπακαλιάρο, σε βλέπω στο φόρουμ!

Ούτε ένα μήνυμά Της σήμερα. Στριφογυρνάω την συσκευή σα μπεγλέρι… Να στείλω; Και τι να γράψω; Σκέψου κάτι έξυπνο, κάτι που θα Την κάνει να γελάσει αβίαστα με το γάργαρο γέλιο Της κι όχι με το κατά συνθήκην 🙂 Της. Να την θαμπώσεις με την μαστεριά σου δεν γίνεται. Κι ύστερα μην ξεχνάς, είναι ειλικρινής μαζί σου, με τον τρόπο Της στα είπε όλα.

Μεσημέριασε και δεν τέλειωσα την δουλειά. Δε βαριέσαι, θα την τελειώσω στο σπίτι. ΤσικοΠέμπτη εχθές; ΤσικνοΠαρασκευή σήμερα και καλό σ/κ!:

Πυγμαλίων

Μετά βίας συγκράτησα το χαμόγελό μου, καθώς η πόρτα έκλεινε αθόρυβα πίσω μας. Τα δωμάτια των ξενοδοχείων είναι ψυχαναγκαστικά: τα ίδια αντικείμενα τοποθετημένα στην ίδια ακριβώς θέση. Φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες, που όμως διαδραμάτισαν ρόλο στο παρελθόν μας. Είχα ξαναβρεθεί στο ίδιο δωμάτιο. «– Αυτές οι τρεις ώρες, Vladimir, είναι ΚΤΗΜΑ ΣΟΥ να τις ζήσεις όπως θέλεις!» είπε εμφατικά φίλη αγαπημένη και είχε όπως πάντα δίκιο. Εκείνα τα τρίωρα ήταν ό,τι πλησιέστερο ένοιωσα ποτέ στην ευτυχία. Άνοιξα τις κουρτίνες, έριξα μια νοσταλγική ματιά στους περαστικούς, έπειτα έστρεψα το βλέμμα στον απέναντι λόφο που παραμόνευε σαν ηδονοβλεψίας. Το απόκοσμο φως προέρχονταν εν τέλει από τους φωτοσωλήνες που κοσμούσαν την πρόσοψη του ξενοδοχείου. Εισέπνευσα τον αέρα του δωματίου, μύριζε απολυμαντικό χοντρικής και κρεμοσάπουνο, ωστόσο κάτι σα να ξέμεινε από την τελευταία μας συνεδρία. Κάποια νανοσωματίδια από τις εκκρίσεις μας ίσως αιωρούνταν ακόμη στον αιθέρα κι ας πέρασαν αιώνες από τότε. Κάποια μόριά της θα κυκλοφορούν αιωνίως μέσα μου.

Με αγκάλιασε τρυφερά από πίσω: «– Συμβαίνει κάτι; – Η αμηχανία της πρώτης φοράς. Τίποτε να σε ανησυχεί. – Είναι σίγουρα η πρώτη σου φορά εδώ;» ρώτησε καχύποπτα. «- Είναι σίγουρα η πρώτη ΜΑΣ φορά, αυτό αξίζει να συγκρατήσεις.». Την παρακάλεσα να μην σκαλίζει το παρελθόν, δεν βγαίνει τίποτε από δαύτο. Διαμάντια και σκουριά λέγει το τραγούδι. Ευσεβής πόθος, το καθίζημα είναι πάντοτε πικρό. Το σεβάστηκε, έθαψε τις αμφιβολίες της στην έξαψη της στιγμής. Φίλησα τις παλάμες της, έπειτα γύρισα να την θαυμάσω: έλαμπε μέσα στο πορφυρό negligee που τόσο στοργικά της διάλεξα. Κατέβασα το μικροσκοπικό της εσώρουχο, ήταν εντελώς περιττό. Χάιδεψα το εσωτερικό των μηρών της, λίγο ανατρίχιασε, λίγο κοκκίνισε, οπωσδήποτε ερεθίστηκε, η όσφρησή μου στάθηκε και πάλι στο ύψος των περιστάσεων. Δεν χρειαζόμουν άλλη ενθάρρυνση. Την καθοδήγησα να καθίσει ανάποδα στην καρέκλα, με την πλάτη γυρισμένη προς τα μένα. Φίλησα την κορφή της, έδεσα τα μαλλιά της σε μια άτεχνη αλογοουρά να μην αναμιγνύονται στο έργο μου. Φίλησα τον αυχένα, ύστερα τα ρόδινα μαγουλάκια της. «- Θα σου λύσω τα μάτια όταν τελειώσω» εξήγησα, καθώς η μαύρη δαντέλα της στερούσε την όραση.

Καθήλωσα τα πόδια της με το spreader, έσφιξα τους επιδέσμους, κλείδωσα τα λουκέτα δίχως να ‘ναι απαραίτητο. Περισσότερο χασομερούσα, μελετώντας τις λεπτομέρειές της. Τα πέλματα σχεδόν μωρουδίστικα, οι αστράγαλοι πολύτιμοι λίθοι, οι γάμπες της σμιλεμένες. Περιπλανήθηκα στις εξαίσιες γραμμές της, πότε με τ’ ακροδάχτυλα πότε με την γλώσσα μου, σα να σμίλευα τα πόδια της από την αρχή ή σα να γευόμουν την δόξα του Δημιουργού της. Αιφνιδιάστηκε, δεν ήταν η συνεδρία που περίμενε, όμως οι υπόκωφοι αναστεναγμοί της πρόδιδαν ικανοποίηση. Τα χέρια της μηχανικά σχεδόν πάλευαν να με αρπάξουν, η προσπάθειά της με αποσυντόνιζε. Οι χαλύβδινες χειροπέδες ασφάλισαν με το χαρακτηριστικό ΚΛΑΤΣ! πίσω από την πλάτη της. Ήτανε πλέον ανήμπορη. Έδεσα τα πέτσινα λουριά στους μηρούς και τα μπράτσα της, αντέδρασε στο μούδιασμα γουργουρίζοντας. Έχωσα τις παλάμες μου κάτω από το negligee, τις εξαπέλυσα σαν δυο γιγαντιαία αρθρόποδα. Ζούληξα την κοιλιά της, βασάνισα τις ρώγες της, περιηγήθηκα στους μαστούς λες κι έπαιρνα μέτρα για στηθόδεσμο. Το άρωμα που αναδύονταν από τα σωθικά της δυνάμωνε, κατέκλυσε τα ρουθούνια μου, ωστόσο δεν βιαζόμουν: ήταν έρμαιο των διαθέσεών μου. Έσφιξα το κολάρο, δυσανασχέτησε σιωπηλά. Στερέωσα την μακριά καδένα, την άφησα να ξετυλιχτεί κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς της, να κουλουριαστεί στην λεκάνη της με πάταγο: «- Άουτς, πάγωσα! Στο ψυγείο την είχες;» αυθαδίασε. Δεν σκόπευα να την φιμώσω, εξαναγκάστηκα μετά το άστοχο σχόλιο: ανέσυρα το λουρί από το βάθος του σάκου, το πέρασα στον αυχένα της, ο κρίκος κρατούσε το στόμα της ανοιχτό και άλαλο. Συνέχισα να την περιτυλίγω με αλυσίδες, απολαμβάνοντας τους σπασμούς που της προκαλούσε το παγωμένο μέταλλο.

Έλυσα τα μάτια της όταν πια με ικανοποίησε το αποτέλεσμα. «– Κοίτα τα χάλια σου!» πρόσταξα. Την άφησα να χαζεύει την αυτοσχέδια ιπποσκευή, ενόσω στοχαζόμουν την ομορφιά της: της ταιριάζει ο περιορισμός, είναι σαν το σώμα της να υπαγορεύει τα δεσμά. Εκείνη διατάζει, ο παρτενέρ της είναι ο εκτελεστικός βραχίονας. Εκείνη υπαγορεύει το «παιχνίδι», ο Κυρίαρχος είναι συμπαίκτης με ψευδαίσθηση εξουσιαστή. Ξεκίνησα να την αποδεσμεύω με αντίστροφη σειρά: έχασα τα κλειδιά της χειροπέδης, συγχύστηκα, άργησα να ξεκλειδώσω. Εκνευρίστηκε. Δεν πρόλαβα καλά-καλά να ελευθερώσω τους αστραγάλους της και τινάχτηκε όρθια με τις αλυσίδες να κρέμονται από τα άκρα της, λες και απέδρασε από το τρελοκομείο. Μ’ έσπρωξε στο κρεβάτι, χύμηξε πάνω μου και με πήρε στο στόμα της με τον κρίκο ακόμη ανάμεσα στα δόντια της, το κολάρο περασμένο στο λαιμό της. Ήταν η σειρά μου να πονάω και να παγώνω, όμως η έκφρασή της απέπνεε αγάπη μάλλον παρά αντεκδίκηση. Διαστροφή κι αισθησιασμός σε σύμμετρες δόσεις, η έμπνευσή της με οδηγούσε στην κορύφωση. Την διέκοψα λίγο προτού εκραγώ στο στόμα της. Έλυσα το φίμωτρο, την φίλησα βαθιά ν’ αναμιχθούν οι χυμοί μας, έπειτα ανασήκωσα την λεκάνη της και στριμώχθηκα κάτω της. Την πήρα με την γλώσσα, το πρόσωπο, το πηγούνι, άλλοτε έγλυφα κι άλλοτε διείσδυα μέσα της. Το νέκταρ της έρεε ασταμάτητα, έλουζε τα μαλλιά μου, έκαιγε την γλώσσα, γέμιζε τα πνεμόνια μου, λίμναζε στον λαιμό μου. Να που κι εκείνη μου στέρησε τις αισθήσεις: έβλεπα, γευόμουν, εισέπνεα τα σκοτάδια της. Παροδικά άκουγα τα βογκητά της και το κροτάλισμα των αλυσίδων, οι παλάμες μου στερεωμένες στους γλουτούς της, ένα ή δύο δάχτυλα βυθίζονταν παροδικά και χάνονταν πίσω της. Σταμάτησα όταν ήταν μάταιο να συνεχίσω – το εφηβαίο της πολτοποιήθηκε και δεν της χάριζε άλλους οργασμούς.

Διέκρινα τρόμο στο βλέμμα της. Απορημένος, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Οι κόρες διεσταλμένες και κατακόκκινες, τα χείλη μου πρησμένα λες κι έτρωγα μπουνιές. Οι χυμοί της έσταζαν ακόμη από τα μαλλιά, σχημάτιζαν πηχτούς θρόμβους στο μέτωπό μου. «- Είναι δικό σου έργο αυτό. Φωτογράφησέ με.». Με απαθανάτισε. Πλαγιάσαμε δίχως να ξεπλυθώ, ήθελα να στεγνώσει πάνω μου, να διεισδύσει βαθιά στις πτυχώσεις του δέρματος, να φωλιάσει στα νύχια και τα μαλλιά μου. Πέταξα τα άψυχα στον σάκο, παρθήκαμε ολόγυμνοι, πασαλειφτήκαμε χειρότερα.

Η ευτυχία είναι χίμαιρα και οι μνηστήρες της ματαιοπονούν. Ως κατάσταση διαρκούς ευδαιμονίας δηλαδή, η ευτυχία είναι ασύλληπτη. Η ενήλικη ζωή μου δίδαξε να είμαι ολιγαρκής, να αρκούμαι σε ψήγματα: τρεις μόλις ώρες σε ό,τι με αφορά. Πολύ θα ήθελα να μην σηκωθούμε ποτέ από κείνο το κρεβάτι, να κοιμηθούμε και να ξυπνήσουμε μαζί. Κανείς θόρυβος, καμιά επίδραση από τον έξω κόσμο. Ό,τι είχε σημασία, διαδραματίζονταν σε κείνο το δωμάτιο.  Αλλά δεν γινόταν. Έπρεπε να επιστρέψουμε εκεί που επιστρέφουμε πάντοτε, έκαστος εφ’ ω ετάχθη. Είχε τουλάχιστον λίγο χρόνο για φαγητό, τσιμπήσαμε στην αγαπημένη μου ψησταριά στην Κρήνη. Περιεργάστηκε το περιβάλλον με καψυποψία, όμως τούτη την φορά δεν ρώτησε: ήταν η πρώτη ΜΑΣ φορά εκεί.

Με κείνο το δικό μας τρίωρο πέρασα τους τρεις πρώτους μήνες της καραντίνας.

Ο φίλος μου ο Λεωνίδας

(πρωτοδημοσιεύθηκε στο fetlife.com στις 6 Μαρτίου 2020)

Είχα να τον δω πάνω από δεκαετία, τον συναπάντησα σε μια δεξίωση στο Met. Μεγαλύτερός μου κατά πέντε ή έξι έτη, τον άγγιξε κι αυτόν ο χρωστήρας του πανδαμάτορος. Του χάρισε γκρίζα μαλλιά και 1-2 νούμερα στο παντελόνι, κατά τα λοιπά στα καλύτερά του. Η εμφάνιση εξάλλου δεν ήταν ποτέ το ατού του, περισσότερο βασίζονταν στο πηγαίο και παραχρήμα καυστικό χιούμορ του. Στερεολλαδίτης την καταγωγή, προέρχεται από φημισμένη οικογένεια αγωνιστών του ’21. Πολιτικοί και δεσποτάδες, εφοπλιστές και λόγιοι, βιομήχανοι και ακαδημαϊκοί οι πρόγονοί του. Ο Λεωνίδας στάθηκε αντάξιος των οικογενειακών παραδόσεων. Πολύγλωσσος, έκαμε λαμπρές σπουδές, διδακτορικό με summa cum laude, υπέβαλε και υφηγεσία. Άξια κατέχει έδρα περίοπτη στο ΑΠΘ. Κάναμε τρέλες κάποτε, ήταν μέγας γλεντζές, λάτρης κι αυτός του Ωραίου, σπάταλος, αδιάλλακτος εργένης.

Μου γυάλισε το χρυσαφικό στον δεξί παράμεσο. «– Ναι, παντρευτήκαμε με την Χριστιάννα – Την Χριστιάννα;» συνοφρυώθηκα καχύποπτα. «–  Την Χριστιάννα Τάδε μωρέ, την θυμάσαι σίγουρα, δεν μπορεί!«. Αν την θυμάμαι λέει; Αξέχαστη μου έμεινε! Μου ήρθε να ξεκαρδιστώ και να τον μουτζώσω, επέδειξα όμως αυτοσυγκράτηση: «– Τον βίον ανθόσπαρτον. Παιδάκια; Έχετε; – Περιμένουμε το τρίτο, γι’ αυτό δεν με συνόδευσε απόψε. Κρίμα, θα χαιρότανε να σ’ έβλεπε. – Κι εγώ θα χαιρόμουν, Λεωνίδα. Ιδιαιτέρως…«.

Η Χριστιάννα είναι ταπεινότερης καταγωγής, ορμώμενη από μικρή αλλά ευημερούσα κωμόπολη της Θεσσαλίας. Κοντά είκοσι χρόνια νεότερη του Λεωνίδα, διετέλεσε φοιτήτριά του. Εκπάγλου καλλονής εκ φύσεως, φρόντιζε να τονίζει τα θέλγητρά της, τα επεδείκνυε ασύστολα. Το πέρασμά της προκαλούσε στους ανυποψίαστους αυχενικό σύνδρομο και πρόπτωση κάτω γνάθου, οι ταρίφες σταματούσαν την κυκλοφορία για να την επευφημήσουν. «– Είμαι ερωτευμένη με τον Έρωτα» αυτοσαρκάζονταν. Εύστοχο και αμοιβαίο: ο Έρως ήταν πάντα γενναιόδωρος μαζί της. Συνομήλικοι ή νεότεροι, μεγαλύτεροι και χορηγοί, δεν ξέμενε ποτέ μόνη της. Ωραία και ανύπαντρη τότε, ζούσε τα νιάτα της, ίσως το παραξήλωσε λιγάκι. Για την Χριστιάννα κυκλοφορούσαν αμέτρητα ανέκδοτα: ένα βράδυ μεθυσμένη καθώς επέστρεφε, μπήκε σε λάθος διαμέρισμα. Ο νοικοκύρης φιλότιμος, δεν αρνήθηκε την φιλοξενία, μάλιστα την φιλοξενούσε επί μέρες. Μια φορά αρραβωνιάστηκε αλλά συνήλθε γρήγορα, εγκατέλειψε το τραπέζι του αρραβώνα για ένα πρώτο τραπέζι πίστα στον Ρέμο. Επιπόλαιη κοπέλα, επιρρεπής στους μπελάδες, έμπλεξε κάποτε με παντρεμένο ζευγάρι – και όχι αυτό που νομίζετε: αντρόχαρη και γυναικόχαρη εξίσου η Χριστιάννα, διατηρούσε σχέσεις και με τους δυο συζύγους εκ παραλλήλου….

Τσίμπησα κι εγώ μεζέ και δη με παρέα. Η Χριστιάννα είχε έφεση στα τρίγωνα, τα τετράγωνα και τα πολυπλοκότερα σχήματα. Πήραμε μαθήματα Ευκλείδειας Γεωμετρίας σε κότερο στην Ουρανούπολη, σε βίλα του Ωραιοκάστρου, σε σεντονάδικο του κέντρου. Απ’ όλες τις νύφες του κόσμου, η Χριστιάννα Τάδε μου φαινόταν η πλέον ακατάλληλη υποψήφια. « – Είμαστε ερωτευμένοι Vladimir, ταιριάζουμε απόλυτα. Τόση ευτυχία, που αγγίζει την Ύβρι«, μου εξομολογήθηκε ο Λεωνίδας. Υπέκυψα στον πειρασμό: «– Συζητάτε ποτέ «εκείνα» τα χρόνια; – Ναι, πότε-πότε. Αναπολούμε την ξεγνοιασιά τους, αλλά δεν νοσταλγούμε, μαζί είμαστε καλύτερα από ποτέ«. Με συγκίνησε, τόσο τρυφερά που μιλούσε για κείνη. Η Χριστιάννα πέρασε από αμέτρητα αχρεία κρεβάτια. Αφού κατασπατάλησε τα νιάτα της, αφού κουράστηκε, βαρέθηκε ή τρομοκρατήθηκε από την επέλαση του χρόνου, καταστάλαξε στον Λεωνίδα. Εκείνος της προσέφερε το σπουδαίο επώνυμο και το κύρος του, εκείνη του χάρισε μια όμορφη οικογένεια, ένα ευτυχισμένο σπιτικό. Εμείς οι κακεντρεχείς μείναμε με τα ανέκδοτα, το ζευγάρι ευτυχεί στο παρόν και στο μέλλον.

«– Να της δώσεις πολλά φιλιά» τον δεξιώθηκα εγκάρδια. Χάρηκα που τον βρήκα ευτυχισμένο. Τον ευχαριστώ για το μάθημα που μου παρέδωσε.

Η ιστορία της S

(πρωτοδημοσιεύθηκε στο bdsminternational.org το 2017)

Με την S γνωριστήκαμε σε chatroom που κάποτε έσφυζε από ζωή (πάνε χρόνια που παρήκμασε φυσιολογικά κι εγκαταλείφθηκε). «Είμαι vanilla» μου δήλωσε. «Εντάξει, κανείς δεν είναι τέλειος. Εγώ π.χ. είμαι ΑΕΚτζής». Κι έτσι βρεθήκαμε στο «Μουσείο» στα Λαδάδικα, μέσα Φλεβάρη, παραμονή Τσικνοπέμπτης (αργότερα βαφτίσαμε το πρώτο μας ραντεβού «τσικνοτετάρτη»). Ωραία γυναίκα σκέφθηκα! Απλή αλλά σικάτη, με αίσθηση του χιούμορ… Δεν με χάλασε καθόλου το ραντεβού. Ξαναβρεθήκαμε και για ποτά, για τσίπουρα κλπ., ώσπου με κάλεσε σπίτι της. «Επιτέλους! Όταν μια εργένισσα σε καλεί στο σπίτι της για δείπνο, δεν πηγαίνεις μόνο το επιδόρπιο, παίρνεις και προφυλακτικά μαζί σου!» Η μεν τούρτα κατασπαράχθηκε, τα δε προφυλακτικά έμειναν αχρησιμοποίητα στον χαρτοφύλακα, μαζί με τα υπόλοιπα καλούδια. «Διάολε, αυτή με δουλεύει. Να το τελειώνω«. Όμως επέμενε: ένας καφές εδώ, ένας «Μύλος» εκεί… Φτάσαμε αρχές Μαρτίου: «Θα κατέβω Αθήνα μερικές μέρες, για τις δουλειές μου. Θέλεις να έρθεις παρέα;«. Δέχθηκε. «Θα χρειαστεί να κλείσω χωριστό δωμάτιο για σένα; – Όχι, θα μείνουμε μαζί» μου έκανε. Επιτέλους, φως στο βάθος του τούνελ!

Βρεθήκαμε με φίλους του «χώρου» στο Θησείο, σε καφέ που καθιερώσαμε ως στέκι μας στην Αθήνα. Μεταξύ πολλών άλλων, η Χ. Πιτσιρίκα τότε, αναιδέστατη κι εντελώς fucked up. Πήγανε σύννεφο τα χουφτώματα και τα γλωσσόφιλα με την S, παραλίγο να το κάνουν επάνω στον καναπέ, ντεμέκ αθώο κοριτσίστικο παιγνίδι, αλλά με τις παλάμες μέσα στα jeans… «Μωρέ μπράβο» σκέφθηκα «κοίτα να δεις γούστα που εμπνέει ο νότος!«.

Η πρώτη μας βραδιά στο κρεβάτι ήταν άτεχνη και γρήγορη, αναγνωριστική. Την δεύτερη βραδιά όμως ανέλαβε πρωτοβουλίες: πήρε την αγαπημένη της στάση, με καθοδήγησε μέσα της… «Μίλα μου!». Εχμ τι να πω; Δεν είμαι ο Ναπολέων να πηδάω και να κουβεντιάζω ταυτόχρονα! Να όμως που το «μίλα μου» έγινε γρήγορα «βρίσε με!» – αυτό μάλιστα! Και άκουσε τα εξ αμάξης. Και οι vanilla εκπλήξεις συνεχίσθηκαν: «χαστούκισέ με…». Μπα, θέλει να μου κάνει το χατίρι κι εγώ δεν δέχομαι χατίρια στο σεξ. Σλαπς! – «δεν μπορείς πιο δυνατά;;;;”. Στο τέλος πόνεσε η παλάμη μου περισσότερο από τα μάγουλα της «ντελικάτης εύθραυστης» S! Κι όσο ήμασταν μαζί ,οι προκλήσεις της bdsm-ικής μου αυθεντίας κλιμακώνονταν: «μα δεν κάνεις προτάσεις! Πρότεινέ μου κάτι βρώμικο, βιτσιόζικο…» Εεε, «αυτό» ίσως; “Δώσ’ το μου!». Και το πήρε μέχρις εξαντλήσεως… Τον Μάη, όταν η σχέση μας ωρίμασε και ο καιρός γλύκανε: «πάρε με στο μπαλκόνι. Στα όρθια». Είσαι τρελλή S.; Ο κόσμος; «Θέλω να με γαμήσεις στο μπαλκόνι! Αν δεν μπορείς στα όρθια, στις μπρεζέρες!». Όπερ και εγένετο, χωρίς ευτυχώς να διαμαρτυρηθούν οι γείτονες. Τον Ιούλιο άλλη δημόσια δοκιμασία, στο ferry για Αμουλιανή. Οι Θεσσαλονικείς ξέρετε ότι ο πλους διαρκεί περίπου 15’ . « Μέσα στο αυτοκίνητο S; Θα μας ακούσουν οι μούτσοι! – Να μας ακούσουν θέλω, δώσ’ τον μου!».

Η S ανακάλυψε το bondage μέσω… μπουγάδας! Ναι δεν κάνω πλάκα. Τα καλσόν, οι στηθόδεσμοι, τα μανταλάκια, μέχρι και το nylon σκοινί της μπουγάδας – όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν, το δε μπουφάν, αν φορεθεί ανάποδα, γίνεται πρώτης τάξεως αυτοσχέδιος ζουρλομανδύας (εξ ου και «τρελή για δέσιμο»).

Η S με χώρισε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Στεναχωρήθηκα ομολογώ, περισσότερο επειδή έχασα τον έλεγχο που είχα στον χρόνο της, στην καθημερινότητά της… Τον έλεγχο που μου παραχωρούσε, «όποτε θέλεις θέλω, όποτε μπορείς μπορώ». Η παραφιλία της σίγουρα δεν είναι το BDSM. Την θεατρικότητα, τις τελετουργίες, τους ρόλους, τα καθήκοντα τα έβρισκε υποκριτικά και ανούσια, μασκαράτα. Της αρέσει το γαμήσι στα όρια της διαταρχής… Και εντάξει, της αρέσουν οι νεαροί. Χαλάλι της! Εγώ όμως είμαι πολλά άλλα εκτός από νεαρός :p Στεναχωρήθηκα λοιπόν. Και θύμωσα με τον ευατό μου, που δεν την κατάλαβα εγκαίρως. Η αρχική μου ερμηνεία ήταν εγωκεντρική, ότι δηλαδή της προσέφερα έναν μεζέ, ενώ εκείνη έχει ανάγκη ολόκληρη την πιατέλα. Καθώς πέρασαν τα χρόνια προσγειώθηκα: δεν ήμουν του γούστου της, βρέθηκα στον δρόμο της και με «μάζεψε». Τόσο απλά!

Έδωσα σημεία ζωής μετά από χρόνια, ένα SMS στην γιορτή της. Μου τηλεφώνησε στο καπάκι, ευγενέστατη, σχεδόν ενθουσιασμένη με καταευχαρίστησε για τις ευχές ΑΛΛΑ δεν πρότεινε να βρεθούμε. Well…that’s life I guess! Εγώ πάντως της χρωστώ μια https://www.youtube.com/watch?v=yj2Q1JZMtoY !

Το σαδιστικό γουρούνι

Είναι πρόσωπο υπαρκτό. Δεν είναι αποκύημα της νοσηρής μου φαντασίας, δεν είναι πλάσμα της γραφίδος του Αρκά. Τον αναζήτησα μάταια στους τύπους του Jung, δεν τον βρίσκω ανάμεσα στους χαρακτήρες του Μολιέρου κι έτσι αποφάσισα να καταπιαστώ ελόγου μου.

Το βιογραφικό του ομιχλώδες, η ηλικία του ακαθόριστη. Μεσήλικας οπωσδήποτε, κρύβει επιδέξια πέντε ή δέκα χρόνια. Αιώνιος έφηβος σαν άλλος Peter Pan, προσαρμόζεται ανερυθρίαστα στην ηλικία της εκάστοτε ερωμένης του – η Tinker Bell δεν ζητάει ταυτότητα! Κάμποσες δεκαετίες καταχρήσεων του προσδίδουν την γοητεία της παρακμής. Τι κι αν αραίωσαν τα μαλλιά ή τα δόντια; Σαν Dorian Gray του 21ου αιώνα δεν φθείρεται ποτέ – αντ’ αυτού ασχημαίνουν και γερνάν οι πρώην του. Σπούδασε κάτι στο εξωτερικό, στην Αγγλία θαρρώ, ποτέ δεν καταλάβαμε τι ακριβώς. Εργάστηκε σε μεγάλη εταιρία, μετά τα παράτησε, ξεκίνησε κάτι δικό του, ωστόσο είναι διαθέσιμος για παιχνίδια και άλλα όλη μέρα, κάθε μέρα. Στο κάτω-κάτω ο βιοπορισμός του δεν είναι δική μας υπόθεση. Πνευματώδης, λακωνικός, συχνά θυμόσοφος. Η παροιμιώδης οκνηρία του δεν του επιτρέπει να κάνει το επόμενο βήμα: να φιλοσοφήσει.  

Στις σκοτεινές τέχνες είναι άφταστος. Άσος της περίδεσης με σχοινιά και με παλούκια, με βαρούλκα και ιμάντες, με γάντζους και τροχαλίες. Βιρτουόζος της υποβλητικής ατμόσφαιρας, του γοτθικού ντεκόρ, της υποβόσκουσας απειλής, του πόνου, της ταπείνωσης, τι ό,τι κι αν πεις…  Στις δημόσιες εμφανίσεις του περιζήτητος. Στα parties ανάρπαστος. Συνοδεύει τρυφερές υπάρξεις, στις οποίες απονέμει τίτλους ευγενείας: «η σούμπα μου, η υποτακτική μου, το πετ μου» αλλά και «η φίλη μου, η play partner μου, η σχέση μου» και άλλα, ό,τι κολακεύει την συνοδό (ή συνοδούς) του. Όταν κάποτε εξαντληθεί το ενδιαφέρον του, τις πασάρει ή άλλως τις ξεφορτώνεται. Τότε κι εκείνες του απονέμουν τίτλους βγαλμένους από κάποιο εγχειρίδιο ζωολογίας, είναι όμως αργά…  Ήπιος στους τρόπους, η επίπλαστη ταπεινοφροσύνη του παραπλανά και υποχρεώνει. Το Γουρούνι αρέσει σε όλες, νέες και ώριμες, έμπειρες και μη, θυγατέρες και μαμάδες – δεν αφήνει τίποτε ασύλητο, όλες έχουνε θέση στην παλέτα των εξωτικών του φαντασιώσεων.

Απολαμβάνει την επιτυχία του ανέμελος δίχως τύψεις. Δεν ερωτεύεται, δεν εμπλέκεται συναισθηματικά, χαρίζει αφειδώς πόνο και ηδονή. Εδώ και δεκαετίες γαμάει και δέρνει (όχι πάντοτε με την ίδια σειρά) χωρίς ενοχές, χωρίς ευθύνες. Δεν αρκείται σε μετριότητες: νεαρές ματαιόδοξες, μοναχικές ευάλωτες, ανιαρές παρτόλες – όχι! Από τα χέρια του περνάνε γυναίκες αξιόλογες από κάθε άποψη: γυναίκες όμορφες, καλλιεργημένες, ενίοτε πεπειραμένες. Κι αυτές ακόμη υποκύπτουν στην δηλητηριώδη γοητεία του. Ηθελημένα ή ακούσια προσχωρούν στο άθλιο δόγμα του: ότι δηλαδή D/s σημαίνει αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος χωρίς το παραμικρό διανοητικό / συναισθηματικό υπόβαθρο, δίχως δέσμευση, με την ευθύνη να μοιράζεται εξίσου (αν και θεωρητικά βαρύνει εξ ολοκλήρου τον Κ).

Τον απεχθάνομαι, αλλά δεν τον αδικώ: βρίσκει και κάνει. Η «κυριαρχία» του είναι πάντα συναινετική. Ουδέποτε εκβίασε, ουδέποτε παραβίασε. Εθελοντικά γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης. Με την ελεύθερη βούλησή τους συμμετέχουν σε τρίο, κουαρτέτα και συμφωνικές ορχήστρες, άλλες επειδή γουστάρουν, άλλες λόγω του υπερβολικού τους… «φεμινισμού». Ουδέποτε τάζει, ουδέποτε καλλιεργεί προσδοκίες. Αποκλειστικότητες δεν απαιτεί ούτε φυσικά προσφέρει, το παιχνίδι μας κι έπειτα ο καθένας σπίτι του. Απολογιστικά, οι εντιμότερες παραδέχονται ότι «πέρασαν καλά, έπαιξαν με ασφάλεια». Οι άλλες, που ετεροχρονισμένα τον στολίζουν με ποικιλία κοσμητικών, απλώς συντηρούν τον μύθο του, αν δεν τροφοδοτούν τον φθόνο των ανταγωνιστών του.

Το Γουρούνι το θέλουν όλες για το κορμί του. Για το μυαλό του καμία.

Καραντίνα

(Πρωτοδημοσιεύθηκε στο fetlife.com τον Μάρτιο του ’20. Δυστυχώς έπεσα έξω στις προβλέψεις του επιλόγου 😦 )

Ασυνείδητα ανέτρεξα στα παιδικά μου χρόνια για πολλοστή φορά. Ήμουν-δεν ήμουν έφηβος, όταν πρωτο-διάβασα για τον «καρκίνο των ομοφυλόφιλων» στην εφημερίδα του μπαμπά. «Ελευθεροτυπία» διάβαζε ο μακαρίτης, προοδευτική εφημερίδα δηλαδή, όχι τα φυλλάδια του «Σωτήρος«, που στοιβάζονταν άθικτα στο τραπεζάκι του τηλεφώνου. Το μήνυμα ήταν σαφές και εύληπτο: ο Θεός τιμωρεί τους πούστηδες με καρκίνο. Ωμός ρατσισμός ακούγεται με την εκ των υστέρων γνώση, τότε όμως πρυτάνευε ακόμη και στα υψηλότερα κλιμάκια της πολιτικής ελίτ. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ αρνούνταν να διαθέσει σεντ για την έρευνα και την περίθαλψη των ασθενών, καλά να πάθουν οι ανώμαλοι, πήγαιναν γυρεύοντας. Ο HIV απομονώθηκε λίγα χρόνια αργότερα στα εργαστήρια του ινστιτούτου Παστέρ στο Παρίσι και όλοι μάθαμε πως επρόκειτο για ρετροϊό, που μεταδίδεται με την ανταλλαγή σωματικών υγρών. Ο καρκίνος ήταν το σάρκωμα Kaposi, μια θανατηφόρος κατάληξη της νόσου του AIDS. Ομάδα υψηλού κινδύνου οι πολυ-μεταγγιζόμενοι ασθενείς (και οι ηρωινομανείς), ενώ ο γενικός πληθυσμός μπορούσε να προφυλαχτεί με την χρήση καπότας. Προσβλήθηκε  ο Ryan White, ένα αθώο αιμοφιλικό αμερικανάκι κι ο δαιμόνιος Reagan άρπαξε την ευκαιρία να απαγκιστρωθεί από την χριστιανική δεξιά. Απενοχοποίησε τους νοσούντες, εισήγαγε σύστημα περίθαλψης και άνοιξε το πουγκί της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Οι ελίτ προσαρμόστηκαν γρήγορα.

Ο HIV επέφερε πολιτισμική αλλαγή. Στις δεκαετίες που προηγήθηκαν είχαμε κακομάθει: το χάπι προσέφερερε την απόλυτη αντισύλληψη, τα αντιβιοτικά είχαν εξαφανίσει τα αφροδίσια νοσήματα και η παρτούζα ήταν το trend της εποχής και στις δυο ακτές του Ατλαντικού. Το AIDS επανέφερε το προφυλακτικό, η μονογαμία ξανάγινε της μόδας, η εγκράτεια δεν ηχούσε πλέον υστερική νεύρωση. Η pop κουλτούρα άλλαξε, έγινε «προφυλαγμένη». Τα στερεότυπα έμειναν ως κατάλοιπα της πρώιμης υστερίας. Για κάμποσα χρόνια μετά την απομόνωση του ιού οι ομοφυλόφιλοι εθεωρούντο μιάσματα, οι πολυγαμικοί εν δυνάμει φορείς. Κομμένα τα φιλιά και οι χειραψίες, μακριά από κοινόχρηστες τουαλέτες. Ακόμα και οι πολιτικοί κυκλοφορούσαν με φιαλίδια οινοπνεύματος, που χρησιμοποιούσαν μετά από κάθε χειραψία. «Μια μόνη ηλιαχτίδα νικάει το πηχτότερο σκοτάδι«, αποφθεγμάτισε ο άγιος της Ασίζης. Όχι αν προτιμάμε το σκότος, θα διόρθωνα ο ιερόσυλος. Μάταια προσπαθούσαν οι υγειονομικές αρχές να κατατοπίσουν το κοινό, ότι ο ιός μεταδίδεται μάλλον δύσκολα και μόνο με μετάγγιση. Οι συνετοί νοικοκυραίοι – χοροστατούντων των παπάδων  –  φύλαγαν τα ρούχα τους να έχουν τα μισά. Είχε και την φαιδρή πλευρά του ο σκοταδισμός: σ’ ένα ματς η κερκίδα έβριζε τον επόπτη γραμμών «ΕΙΣΑΙ ΦΟΡΕΑΣ!». Ο διαιτητής το κατέγραψε στο φύλλο αγώνος και η γηπεδούχος ομάδα τιμωρήθηκε από τον αθλητικό δικαστή…

«– Πού τα θυμήθηκες τώρα αυτά ρε κωλόγερε;» θα αναρωτηθεί ο τυχόν αναγνώστης. Περασμένα ναι, ξεχασμένα όχι θαρρώ. Ναι, είναι σοβαρή υπόθεση ο Covid-19. Ναι, θα χαθούν συνάνθρωποί μας, το ήδη παραπαίον ΕΣΥ θα καταρρεύσει. Φρονώ ωστόσο, ότι η εκστρατεία υστερίας της οποίας ηγείται ο ίδιος ο πρωθυπουργός, θα τραυματίσει την κοινωνική συνοχή ανεπανόρθωτα. «Να συμπεριφέρεστε ωσάν να είστε φορείς του ιού» συμβούλευσε ο κ. καθηγητής. Λες και «οι φορείς» αρρώστησαν επίτηδες ή διέπραξαν κάποια αξιόποινη πράξη, που πρέπει να κολάσει η πολιτεία. Τα μαγαζιά κλειστά λοιπόν, πανικός στα σούπερ μάρκετ, τα ράφια άδεια, το πολεμικό ανακοινωθέν του κ. Τσιόδρα μονοπωλεί τα δελτία ειδήσεων. Οι λίγοι τολμηροί (ή άτυχοι) κυκλοφορούν με μάσκες και γάντια latex. Το παραγνωρισμένο medical fetish έγινε ξάφνου του συρμού! Το Skype σέρνεται κι όπου να ‘ναι το βλέπω να καταρρέει. Ως και ο Άδωνις συνεντευξιάζεται μέσω Skype και μας αναγκάζει να θαυμάζουμε το λαμπατέρ και το κηροπήγιο στο φόντο… Τέρμα οι καφέδες και τα ούζα, αντροπαρέες και κοριτσοπαρέες εξαφανίσθηκαν σε μια διόλου αξιοζήλευτη έκφανση ισότητας… Οι αδειανοί δρόμοι της Σαλονίκης θυμίζουν το Contagion του Soderbergh, τα έρημα βράδια της φέρνουν στο νου το V for Vendetta. Ακόμη και μέσα στα σπίτια οι οικογένειες αποφεύγουν τον… συγχρωτισμό, τηρούν αποστάσεις ασφαλείας, υποπτεύονται ο ένας τον άλλον. Ο έρωτας στα χρόνια του κορωναϊού.

Όσον αφορά την κοινότητα, χάλι μαύρο. Ματαιώθηκαν τα events, πάνε και τα munches, για play parties ούτε συζήτηση. Οι φυσιολογικές σχέσεις έγιναν κι αυτές ανέφικτες, μας έφαγαν οι αποστάσεις γαρ, από μακριά κι αγαπημένοι. Sessions και tasks μέσω κάμερας, με «την καρδίαν υπό πέτραν» και άλλες ρομαντικές αηδίες σαν ανέπαφες συναλλαγές. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, βρήκα επιτέλους τον χρόνο να ξεσκονίσω τα καλούδια, τα αέρισα, τα ψέκασα με άφθονο Dettol – εξ ου η φωτογραφία!

Η επιδημία θα κορυφωθεί τις επόμενες εβδομάδες. Θα αποκλιμακωθεί το Πάσχα και θα ξεχαστεί ως τον Ιούνιο. Η καχυποψία (το dinstacning) όμως θα μείνει για χρόνια. Καλές μοναξιές να έχουμε.

Οκτώμισι

(πρωτοδημοσιεύθηκε στο bdsminternational.org τον Αύγουστο του 2018)

Αποχαιρετιστήκαμε με αύρα παλιού κλασικού Hollywood: με φίλησε και στράφηκε προς το αμάξι της. Έκαμε δυο βήματα κι αμέσως μεταβολή, με αγκάλιασε φανερά συγκινημένη και με ξαναφίλησε. Της αρέσουν οι δημόσιες εκδηλώσεις. Και της πάνε. Δεν γίνεται να βρεθούμε νωρίτερα απ’ τον Σεπτέμβρη. Ο Eliot έγραψε πως ο Απρίλης είναι ο σκληρότερος μήνας. Λάθος, ο Αύγουστος είναι εξίσου σκληρός και ανελέητος κι έχει το κακό συνήθειο να μπλέκεται στις υποθέσεις μου… Καθώς απομακρύνονταν, θαύμασα το μακρύ καλοκαιρινό φόρεμά της που τόνιζε τις γραμμές της, το βάδισμα με τα μικρά μα αποφασιστικά βηματάκια της. Μπήκα στον σταθμό όταν πια χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο.

Θυμήθηκα το Οκτώμισι, την μόνη αυτοβιογραφική ταινία του Φελίνι. Ένας διάσημος σκηνοθέτης, μετά την επιτυχία της όγδοης ταινίας του (εξ ου ο τίτλος) παραθερίζει σε μια επαρχιακή λουτρόπολη με την σύζυγο και την… ερωμένη του, αναζητώντας έμπνευση, αναμετρώμενος με τις γυναίκες του παρελθόντος του. Το έργο είναι μια αλληλουχία ονειρικών-εφιαλτικών εικόνων και οι θεατές αμφιβάλλουμε, αν οι σκηνές διαδραματίζονται στ’ αλήθεια ή αποτελούν αποσπάσματα της επόμενης ταινίας του σκηνοθέτη. Να που βρέθηκα κι εγώ να παραθερίζω στο πρώτο πόδι υπό παρόμοιες συνθήκες, μπροστά δηλαδή σε σταυροδρόμια (ή αδιέξοδα), σε αποφάσεις που πρέπει να λάβω, όμως τις αναβάλλω για τον Σεπτέμβριο. Κατά βάθος ξέρω πως οι καλύτερες αποφάσεις είναι αυτές που δεν λαμβάνονται ποτέ. Τα διλήμματα ή θα πάψουνε να με απασχολούν ή θ’ απαντηθούν από μόνα τους.

Την Κασσάνδρα κακώς την λέμε πόδι. Εμένα μου μοιάζει πεπτικός σωλήνας, που καταναλώνει λαίμαργα τα ράφια των super markets και ρυπαίνει τα δάση, τις παραλίες, τα πρανή με σκουπίδια. Εκών άκων στου τουρισμού την ανοχή κι εγώ, αναζήτησα ανακούφιση στο υπαίθριο βιβλιοπωλείο του χωριού. Περιορισμένη ποικιλία, όμως οι τιμές λογικές και η βιβλιοπώλισσα ευγενέστατη και εξυπηρετική. Αν μη τι άλλο, η «βιβλιο-βάρδια» της σπάει την μονοτονία των γυράδικων και των κρεπερί. Αγόρασα δυο βιβλία του Jo Nesbo, που δεν είχα διαβάσει ποτέ. Με παρέσυρε και το οπισθόφυλλο – «ο Nesbo είναι ο ThomasHarris του 21ου αιώνα» – μωρέ μπράβο σύγκριση! Στρώθηκα στην ξαπλώστρα κι άρχισα να διαβάζω τον «Κυνηγό Κεφαλών». Το πορτραίτο του ήρωα μου προκάλεσε μια πρώτη δυσφορία – κυνηγός ταλέντων, αμείβεται με 20.000 μηνιαίως, ζει σε έπαυλη στα προάστια και είναι παντρεμένος με νεαρά καλλονή. Παρ’ όλ’ αυτά κατατρύχεται από…. ανασφάλειες και ψυχολογικά προβλήματα κλπ. Ε, δικαιολογημένα του τα φοράει η γυναίκα του, δεν συμφωνείτε; Είναι και το ανταγωνιστικό περιβάλλον του μπιτσόμπαρου που με προδιαθέτει αρνητικά: ακριβώς μπροστά μου μια παρέα κλαρινογαμπρών. Θηριώδη μπράτσα και ανάγλυφοι κοιλιακοί – εγώ με το μπυρόκοιλο να ρουφιέμαι και να ντρέπομαι. Αποτριχωμένοι παντού, με λάδια, τατουάζ και παπαδίστικη γενειάδα (τι φριχτή μόδα!), οι γόηδες της εποχής. Αντί ωστόσο να ασχολούνται με τα κορίτσια της παρέας τους, ασχολούνταν με τα μπράτσα και τα λάδια και τα smartphones τους. Εις εξ αυτών πετούσε drone… Απολύτως δικαιολογημένες οι κοπέλες ήταν πρόθυμες να παίξουν με τον πρώτο τυχόντα που θα τους έδινε λίγη σημασία. Παραδίπλα η μιλφάρα να διαβάζει την Απελευθέρωση με θρησκευτική ευλάβεια. Φαντασιώνεται άραγε τον Κρίστιαν; Ή πως είναι η Αναστασία και της κάθεται ο Κρίστιαν – ποιος ξέρει. Η γκαρσόνα έχει τόσο τέλεια βυζιά, που μπαίνω στον πειρασμό να την ρωτήσω πόσο της κόστισαν. Γενικώς μια ατμόσφαιρα αγχωτικής προσμονής: όλοι προσποιούνται ότι διασκεδάζουν, ενώ όλοι περιμένουν κάτι ή κάποιον που δεν έρχεται ποτέ…

Έφτασα τον κεφαλοκυνηγό μέχρι την μέση. Εκεί πληροφορούμεθα πως ο κακός, ο απηνής διώκτης του ήρωα, είναι μονόρχις. Πώς το μαθαίνουμε αυτό; Ω, απλό: καταδιωκόμενος ο κεφαλοκυνηγός αναζητά καταφύγιο σε μια καλύβα και συγκεκριμένα στον βόθρο αυτής. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί την τουαλέτα κι έτσι μαθαίνουμε την κομβική πληροφορία – ότι έχει έναν μονάχα όρχι… Αυτή είναι η «συγκλονιστική πλοκή που καθηλώνει τον αναγνώστη και τον ζώνει σαν ερπετό». Δεν γράφω περισσότερα για να μην σας γίνω spoiler. Έσκασα στα γέλια και πέταξα τον κεφαλοκυνηγό στην ανακύκλωση. Ξανάπιασα και τέλειωσα τις Γυναίκες του Bukowski, που τις… απάτησα με το Nesbo. Στον επιπόλαιο αναγνώστη φαντάζει σαν μια σειρά από κοινότυπα μεθύσια και γαμήσια – και εν πολλοίς αυτό είναι. Κατάφερε ωστόσο να με προβληματίσει: στην αρχή του βιβλίου ο ήρωας ερωτεύεται την Λίντια, που γίνεται η Μούσα του. Όταν μια γυναίκα σ’ εμπνέει να γράψεις, είσαι σίγουρα ερωτευμένος μαζί της. Αν της γράφεις ποίηση, είναι πιθανώς η γυναίκα της ζωής σου, αλλά δεν το ξέρεις και ίσως δεν θα το μάθεις ποτέ… Αν και αγαπάει την Λίντια λοιπόν, την κερατώνει με ό,τι κινείται στην δυτική ακτή. Επίσης, αν και ζει σε μια από τις πιο κοσμοπολίτικες μητροπόλεις του κόσμου (το Los Angeles), επιδίδεται σε σχέσεις εξ αποστάσεως και δι’ αλληλογραφίας. Το ερώτημα λοιπόν είναι, γιατί το κάνει αυτό; Ή πώς μπορεί και κοιμάται με άλλες, ενώ αγαπάει την Λίντια; Προβληματίζεται και ο συγγραφέας (alter ego του ο ήρωας), αλλά δεν δίνει απάντηση. Ο ήρωάς του είναι ένας μοναχικός άντρας που παραδόξως φοβάται την μοναξιά, φοβάται ότι θα πεθάνει μόνος και τελικώς εθίζεται στην συντροφιά των γυναικών του. «Οι άνθρωποι κάνουμε πράγματα ενόσω περιμένουμε να πεθάνουμε», φιλοσοφεί ο Bukowski. Το βιβλίο πάντως είναι ελαφρύ και χαριτωμένο ανάγνωσμα, ό,τι πρέπει για το Καλοκαίρι. Το συστήνω χωρίς να είναι αριστούργημα. Ορίστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα1, δείγμα του πόσο βαθιά προσεγγίζει το θέμα του ο συγγραφέας:

Καθόμουν και χάζευα τις γυναίκες. Κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ εμένα. σκεφτόμουν πραγματικά πολύ το σεξ. Κάθε γυναίκα που κοίταζα την φανταζόμουν στο κρεβάτι μαζί μου. Γυναίκες: Μου άρεσαν τα χρώματα στα ρούχα τους. μου άρεσε το πώς βάδιζαν. μου άρεσε η σκληρότητα στα πρόσωπα μερικών απ’ αυτές. μου άρεσε η αγνή, απόλυτη ομορφιά σε κάποια άλλα πρόσωπα, μια ομορφιά υπέρτατα και γοητευτικά θηλυκή. Υπερτερούσαν οι γυναίκες: έκαναν καλύτερα σχέδια απ’ ό,τι εμείς, οργάνωναν καλύτερα τα πάντα. Ενόσω οι άντρες έβλεπαν ποδόσφαιρο ή έπιναν μπίρες ή έπαιζαν μπόουλινγκ, αυτές, οι γυναίκες, σκέφτονταν σχετικά μ’ εμάς, συγκεντρώνονταν, μελετούσαν, αποφάσιζαν – αν θα μας αποδέχονταν, αν θα μας απέρριπταν, αν θα μας αντάλλασσαν, αν θα μας αφάνιζαν ή εάν απλώς μας παρατούσαν. Στο τέλος, δεν είχε και μεγάλη σημασία. Ό,τι κι αν έκαναν αυτές, εμείς καταλήγαμε μόνοι και τρελαμένοι.».

Γυναίκες λοιπόν. Ό,τι έχει γραφτεί ως τώρα (κι έχουν γραφτεί άπειροι τόμοι) δεν απαντά στο αίνιγμά τους. Καλό υπόλοιπο Καλοκαιριού, Καλό Φθινόπωρο!

1 Εκδόσεις Μεταίχμιο 2014, μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης.

Η θάλασσα ανάμεσά τους

(πρωτοδημοσιεύθηκε στο bdsminternational.org τον Ιούλιο του 2018)

Μου έγραψε ευγενικά και διστακτικά: «- Μου αρέσουν τα κείμενά σου. Είναι ανάλαφρα, δροσιστικά. – Ευχαριστώ, προσπαθώ. Το παιδικό μου όνειρο μου ήτανε να γίνω μεγάλος συγγραφέας. Δε βαριέσαι όμως και μικρός βολεύομαι.«. Βαυκαλίζομαι χρόνια τώρα, πως είμαι κάτι σαν τον Χένρι Τσινάσκι. Ένας άσχημος γεροπαραλυμένος δηλαδή, που τον ερωτεύονται για το μυαλό του. Στην πραγματικότητα ανάβω λαμπάδα στην Αγία Ανωμαλία των γυναικών. Σ’ αυτήν επαφίεμαι κι απ’ αυτήν επωφελούμαι – μεγάλη η χάρη της! Κάποιος Μεφιστοφελής με καταδίκασε να διαβάζω και να γράφω πολυσέλιδα κείμενα για βιοποριστικούς λόγους, ώσπου να γίνει κάματος. Και βρίσκω ανακούφιση και ανάπαυση στα «ανάλαφρα και διασκεδαστικά».

Η φίλη μου πάντως δεν ορέχτηκε τον πορνόγερο του Μπουκόβσκι. Για τον εαυτό της μίλησε ελάχιστα. Μέσες-άκρες για την οικογένειά της, τα στοιχειώδη δηλαδή, το όνομά της μετά βίας. «– Ποιος καλός άνεμος σ’ έφερε στο φόρουμ; – Βρίσκω το BDSM πολύ ρομαντικό. – Κι εγώ, αλλά δεν είμαστε ο μέρος όρος έχε υπόψη σου«. Περισσότερο μου μίλησε για Εκείνον. Πόσο τον θαυμάζει, πόσο τον ακολουθεί, πόσο την πονά. Τον αποκάλεσε «κηδεμόνα» της. «– Ανακριβές, κηδεμόνα έχουν οι ανήλικοι και οι ολιγοφρενείς. Να δεχτώ πως είναι Μύστης, Δάσκαλος, Αφέντης σου. Μάστερ με μια λέξη. – Μπορείς να το πεις κι έτσι… Οι ρόλοι κατανεμημένοι εδώ και μια δεκαετία«.

Η διάρκεια της σχέσης τους με εξέπληξε. Γίνονται αυτά «στον χώρο»; Της απέσπασα μερικές ακόμη πληροφορίες με το τσιγκέλι. Ο ένας στην ηπειρωτική χώρα, ο άλλος στην εσχατιά της νησιωτικής Ελλάδας. Και δεν τους χωρίζει μοναχά η γεωγραφία. Προσθέστε τα βάρη της ενήλικης ζωής, σκληρή η βιωτή, ασήκωτα φορτία η εποχή, τα βάρη, οι συνθήκες… «– Μας χωρίζει μια θάλασσα. Η σχέση μας εξ αποστάσεως και στο τηλέφωνο. – Πώς γίνεται ν’ αγαπάς έναν άντρα που δεν γεύεσαι, δεν αγγίζεις, δεν γίνεσαι ένα μαζί του; – Όλα απ’ το μυαλό εκπορεύονται. Εκείνος κανοναρχεί, το κορμί μου συμμορφώνεται – Πώς αντέχετε ο ένας μακριά από τον άλλον; – Γράφουμε… Εκείνος είναι δόκιμος συγγραφέας. Λέει ότι η θάλασσα θα μας χωρίσει μόνον αν το θελήσουμε.  Εγώ γράφω παραμύθια για μεγάλους. – Τα παραμύθια είναι ψέματα, η σχέση σας αληθινή. Στείλε μου δείγμα γραφής«, αντέλεξα. Και μου ‘στειλε ένα «παραμύθι» της. Ποίημα είναι, αλλού έμμετρο αλλού πεζό. Προδήλως ακατέργαστο, γραμμένο σε greeklish, πιθανότατα σε κάποια φορητή συσκευή, εξοικονομημένο από το υστέρημα του χρόνου της. Αισθήματα και αισθησιασμός σε άνισες δόσεις πίσω από κάθε στίχο. «– Δεν θα σου κάμω κριτική, δεν έχω την αρματωσιά. Ομοιοπαθής είμαι, όχι φιλόλογος. Θα σου πω μόνον ότι έχεις έμπνευση και την αδικείς. Γιατί greeklish; Μετάγραψέ το στα Ελληνικά, χτένισέ το. Θα σου προκύψουν και άλλες ομοιοκαταληξίες, θα αποκτήσει ομοιογένεια. Ίσως το αναρτήσεις στο φόρουμ.. – Δεν αλλάζω λέξη, μέσα από την καρδιά μου βγήκε. Και δεν πρόκειται να το αναρτήσω πουθενά, διακινώ τα παραμύθια μου με το mail, σε ελάχιστους φίλους«. Σέβομαι την επιθυμία της. Στην περίπτωσή της η σχέση δεν είναι ανέφικτη λόγω δεδομένων συνθηκών, από ατύχημα ας πούμε. Είναι ανέφικτη εκ προμελέτης. Η φίλη μου είναι μια εύθραυστη γυναίκα που φοβάται την ματαίωση. Για να μην θρυμματιστεί, το ματαιώνει μόνη της a priori. Κι αν φτάσει ο κόμπος στο χτένι, όταν δηλαδή κινδυνεύει να γίνει χίλια κομμάτια από τον πολυμερισμό της, «ανοιγο-κλείνει τον διακόπτη», όπως η ίδια είπε. Ο Άνεμος είναι άϋλο στοιχείο της φύσης, η Λυγερή είναι κόρη από σάρκα και οστά. Δεν ζευγαρώνουν πουθενά, ούτε στην ζωή ούτε στο ποίημά της. «– Σε τι ωφελεί όλο αυτό; Τόσος χρόνος, τόσος μόχθος; – Ζω διπλή ζωή, μια μέσα και μια έξω μου. Είναι σα να ζω δυο φορές» μου εξήγησε.. Διπλή ζωή ίσον διπλός πόνος σκέφθηκα, αλλά δεν το μοιράστηκα.

Αντί για επίλογο, μια παράκληση: να αφιερώσεις λίγο χρόνο στην κοινότητα και να προστεθείς στην σιωπηρή μας μειοψηφία των αφελώς ρομαντικών 🙂       

Ο ναυτοδίοπος Μπάμπης

Με τον Μπάμπη συνυπηρετήσαμε την θητεία μας στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το παράλογο σύστημα στρατολογίας τον ξερίζωσε από τα χωράφια του στην Δυτική Μακεδονία και τον φύτεψε σε πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού. Πρωτύτερα δεν είχε επιβιβαστεί ούτε καν σε ποστάλι και μετά βίας γνώριζε κολύμβηση. Είναι το ίδιο παράλογο σύστημα που στρατολογεί νέους από την Αττική και τη νησιωτική Ελλάδα και τους εκτινάσσει στα χιόνια και τις παγωνιές της Μακεδονίας και της Θράκης, ίσως για να μισήσουν εξ απαλών ονύχων τα σύνορα που καλούνται (υποτίθεται) να προασπίσουν…

Ο Μπάμπης αγαπούσε κάποια Κική από γειτονικό χωριό, όμως είχε μήνες να την δει. Το χαρτζιλίκι ελάχιστο, το ταξίδι ατέλειωτο και οι άδειες μετρημένες. Ήταν τόσο ερωτευμένος με την Κική του, που δεν είχε άλλο καημό, άλλο θέμα συζήτησης στην βάρδια του και  μετά το πέρας αυτής. Στο πορτοφόλι του είχε πάντοτε μερικά φραγκοδίφραγκα και καμιά δεκαριά φωτογραφίες της Κικής: η Κική να γελάει, να κλαίει, να πίνει, να κοιμάται. Επεδείκνυε τις φωτογραφίες της με καμάρι, αγνοώντας (ή μάλλον αδιαφορώντας) ότι η καλή του ήταν μια συνηθισμένη επαρχιωτοπούλα μετριότατης εμφάνισης. Στα μάτια του Μπάμπη η Κική ήταν η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου: ήταν η γυναίκα του.     

Εγώ ήμουν φέρελπις εικοσιπεντάρης, μικροαστικής καταγωγής, απόφοιτος ΑΠΘ, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος, υποψήφιος διδάκτωρ, ομορφόπαιδο (μην κοιτάτε τώρα) και σκέτος κόπανος! Ήμουν δηλαδή αλαζόνας και συχνά σαρκαστικός υπερόπτης, αν και αγνοούσα θεμελιώδεις αλήθειες της ζωής. Εύκολος στόχος ο Μπάμπης, απλοϊκός, δίχως παραστάσεις, μου άρεζε να τον περιπαίζω για λόγους αναψυχής. Του εμφυσούσα ανασφάλειες για να διασκεδάζω με την αγωνία του. Του ‘λεγα π.χ. πως η Κική είναι πολύ όμορφη κοπέλα, πολύ ανώτερή του εμφανισιακά, σίγουρα έχει πολλούς μνηστήρες. Κι αυτά τα σαββατοκύριακα της, πότε στην Κοζάνη πότε στην Θεσσαλονίκη, για ψώνια και κομμωτήριο ντεμέκ, δεν μου αρέσουν καθόλου… Εκείνος μ’ έπαιρνε στα σοβαρά, αναψοκοκκίνιζε, επιχειρηματολογούσε χειρονομώντας υπέρ της ακεραιότητος και του ποιού της Κικής – μέχρι που έσκαγα στα γέλια και μ’ έστελνε στον διάολο.

Μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα  που παραπλέαμε τον Κάβο Ντόρο υπό το φως της Βερενίκης, ο Μπάμπης μου εξομολογήθηκε: «– Αν γαμιέται ασύστολα και το μάθω, τελειώσαμε!». Αναίσθητος εγώ, επέμενα να αστειεύομαι με την ευαισθησία του: «– Αν δεν το μάθεις δηλαδή; – Αν δεν το μάθω τι με νοιάζει; Θα ‘ναι σα να μην έγινε. – Και αν γαμιέται… συνεσταλμένα; – Ε, τι να κάνει κι αυτή η καημένη…». Την αγαπούσε τόσο ο φουκαράς, που ήταν πρόθυμος να της συγχωρέσει τα πάντα. Και τα συνεσταλμένα και τα ασύστολα. Άμαθος καθώς ήμουν, μου φαινόταν ο Μπάμπης ανόητος αισθηματίας, loser, εθελοντής κερατάς. Εκείνο το ημιαγράμματο χωριατόπαιδο ήταν ωστόσο σοφότερο από μένα. Ήξερε από τα είκοσι του κιόλας ν’ αγαπά, δηλαδή να ανέχεται και να κατανοεί, πράγμα που εγώ αγνοούσα. Ήξερε ότι δεν αφήνεις μια γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς αγκαλιά, χωρίς οργασμό. Ήξερε να παραμερίζει το Εγώ, να το ταπεινώνει, να το κατακερματίζει σε εγώ κι εσύ, να το μετουσιώνει σε Εμείς. Ενώ ο αδαής συνομιλητής του είχε κάμει το Εγώ του θεότητα και το προσκυνούσε. Σήμερα, έτσι σοφός που έγινα με τόση πείρα, αναγνωρίζω την σοφία του. Και διδάσκομαι από τους απανταχού Μπάμπηδες.

            Απολύθηκα το καλοκαίρι του 1997 και δεν ξανάδα τον Μπάμπη ούτε έμαθα ποτέ για κείνον. Δεν ξέρω τι απόκανε με την Κική, αν παντρεύτηκαν ή αν χώρισαν, αν τον κεράτωνε ή τον περίμενε πιστή Πηνελόπη. Ξέρω μονάχα ότι ο Μπάμπης ήταν σοφός κι εγώ ανίδεος. Και ότι η Κική ήτανε τυχερή, ευλογημένη τολμώ να πω, που την αγάπησε μια μεγάλη, αληθινά αντρική καρδιά.