
Είναι πενηντάρα. Πολλές συνομήλικές της, γυναίκες καριέρας ως επί το πλείστον, προσφεύγουν στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Η Άνα (την βαφτίζω έτσι για τις ανάγκες της αφήγησης) χαίρεται ήδη το πρώτο της εγγονάκι. Μεγαλωμένη σε ακριτικό χωριό, με τα ήθη καθηλωμένα στον 19ο αιώνα, παντρεύτηκε μόλις ενηλικιώθηκε έναν άντρα είκοσι χρόνια μεγαλύτερό της. Ο μακαρίτης συγχωρέθηκε αιφνιδίως και της άφησε καλώς αποκατεστημένα παιδιά, μεγάλη περιουσία και πλήθος εκκρεμότητες. Δικαιολογημένα πελάγωσε η γυναίκα και έσπευσε να με συμβουλευθεί.
Ήρθε μαυροφορούσα καθώς πρέπει. Μαύρη δερμάτινη φούστα, λίγο πάνω από το γόνατο, με σκισίματα στα πλάγια. Μαύρο δερμάτινο πουκάμισο με κουμπιά επιμελώς ξεκούμπωτα, ώστε να διακρίνονται δυο μαύρες μπαλένες κι ένα αβυσσαλέο ντεκολτέ. Μαύρο μακρύ μουτόν από πάνω, μαύρα suede μποτάκια από κάτω. Μιας και η φούστα ήτανε κανα δυο νούμερα στενότερη του κανονικού, διακρίνονταν καθαρά το περίγραμμα ενός string, που λες και ζητούσε βοήθεια προτού πεθάνει από ασφυξία. Κάθισε σταυροπόδι και το εξασκημένο μάτι μου συνέλαβε φευγαλέα μια δαντέλα. Το μαύρο nylon που έσφιγγε τα πόδια της δεν ήταν καλσόν, αλλά high-thighs με καλτσοδέτα σιλικόνης. Γιατί όχι; Χήρα είναι η γυναίκα, όχι μελλοθάνατη!
Κατέφθασε ο καφές που παρήγγειλε. «– Επιτρέπεται το κάπνισμα; – Παρακαλώ, επιβάλλεται.». Έβγαλε μια λεοπάρ ταμπακιέρα κι έναν ασορτί πανάκριβο St. Dupont. Δεν της λείπει το χρήμα ούτε το χρώμα. Φόρεσα το πρεσβυωπικό κι άρχισα να μελετώ τα χαρτιά της. Ο μακαρίτης πρόκοψε και ήταν καθώς φαίνεται σφιχτός νοικοκύρης. Εκείνη πάλι είχε όρεξη για συζήτηση. «– Ξενυχτισμένος φαίνεστε. – Ναι είδα την απονομή των Όσκαρ και ξενύχτησα. – Αχ μ’ αρέσει και μένα το σινεμά! Αλλά να μην δώσουν ένα Όσκαρ στις Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι; Τέτοια ταινιάρα;”. Ποιος κερατάς σε σύστησε σε μένα είπαμε; σκέφθηκα. «– Δεν την είδα την ταινία, δεν διάβασα καλές κριτικές. – Ααα η καλύτερη που βγήκε μετά τον Τιτανικό! Υπάρχουν άραγε τέτοιοι άντρες εκεί έξω; – Σαδιστές εννοείτε; – Τι σαδιστές καλέ, αυτός την λατρεύει! Της κάνει δώρα, την πάει εδώ, την πάει αλλού… Σε σαλέ, σε αεροπλάνα, σε… υποβρύχια! Αχχ να μου τύχαινε και μένα ένας τέτοιος κι ας μου ‘κανε ό,τι ήθελε!». Ε δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτό! Μυρίστηκα σάρκα, αλλά το θήραμα δεν ήταν και τόσο συνεργάσιμο: «– Μα κυρία μου, ας το εξετάσουμε από την γυναικεία σκοπιά… Υπάρχουνε γυναίκες πρόθυμες να υποστούν τέτοια κακοποίηση; – Γιατί κακοποίηση, άμα θέλει η άλλη;”. Υιοθέτησε τον ενικό και δεν τον αποποιήθηκε ποτέ: «– Είσαι άντρας, δεν ξέρεις. Να σε πω εγώ τι σημαίνει κακοποίηση; Κοριτσάκι ήμουν όταν με δώσαν οι δικοί μου σ’ έναν άντρα που δεν ήθελα. Πονούσα κι έσφιγγα τα δόντια, συζυγικό καθήκον σου λέει ο άλλος. Προσευχόμουν να τελειώσει γρήγορα, να γλυτώσω απ’ το μαρτύριο, τέτοιο σεξ είχα. Και ξύλο. Όχι που έκοψε η σάλτσα, όχι που τηλεφωνούσα υπεραστικά της αδερφής μου και φούσκωνε ο ΟΤΕ. Και μου λες μετά αν αγαπήσω; Τσουλάκι για τα πόδια του να γίνω. Το κορμί μου μεζές για τις ορέξεις του, όσο ανώμαλες κι αν είναι. Θα γουστάρω κιόλα, θα νοιώσω γυναίκα!».
Σάστισα με το λογύδριο. Η αμόρφωτη αυτή γυναίκα συνέλαβε βιωματικά μεγάλες αλήθειες και τις διατυπώνει αφτιασίδωτες, όπως τις έζησε. Ντράπηκε που ανοίχτηκε έτσι σ’ έναν άγνωστο και το γύρισε στα φαιδρά. «– Σε πήρα μονότερμα ε; Σόρι, ε κι εγώ δεν έχω πού να τα πω… Ρωτάς αν υπάρχουνε γυναίκες με γούστα; Να! Λεφούσι!». Χειρονόμησε συμπτύσσοντας τα δάχτυλα. Το μήκος των νυχιών της θα το ζήλευε και το αγριότερο αρπακτικό της σαβάνας. «– Είσαι καλό παιδάκι, Vladimir. Καλό μα άβγαλτο. Όλη μέρα σκυμμένος στα βιβλία και στα κιτάπια είσαι. Η ζωή δεν μαθαίνεται από τα βιβλία, να ξες! Είσαι να σε περπατήσω μια νύχτα; Να σε πάω στον Μακρόπουλο, να δεις πώς βγάζουμε γούστα οι γυναίκες; Κερασμένα όλα από την κυρία!».
Θέλει λέει να με βγάλει στα μπουζούκια και οι αναμνήσεις έτρεξαν με την ταχύτητα του φωτός. Ξεκίνησα από φαντάρος στο Μπουρνάζι και στα ελληνάδικα του Πειραιά. Κι όταν απολύθηκα Φιξ, αεροδρόμιο, Λαδάδικα. Σπαταλημένα νιάτα. Ξέκωλα, μπουστάκια, τρεσούδες να τυραννιούνται στα τραπέζια. To make-up να λιώνει από την ζέστη και τον ιδρώτα. Παντού και πάντα τα ίδια, χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά… H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά, όπως το ‘γραψε ο Βάρναλης. Κι ακαριαία ήρθε στο νου μου η Ανέφικτη. Το χαμόγελό της έφεξε κι επισκίασε τα πάντα, γλύκανε την έκφρασή μου. Η Άνα με διάβασε ανοιχτό βιβλίο: «– Ααα, εσύ καλέ αγαπάς!». Ανέκτησα αμέσως την αυτοκυριαρχία μου. «– Άνα μου, κοντά έπεσες. Δεν μπλέκω ποτέ τα προσωπικά με τα επαγγελματικά, είναι ολέθριος συνδυασμός. Όταν όμως ξεμπλέξουμε την υπόθεσή σου, πολύ θα ήθελα να μου προσφέρεις ένα γεύμα, χωρίς ρολόι, να φάμε, να πιούμε και να μου πεις τα πάντα για σένα. Με όλες τις αηδιαστικές λεπτομέρειες! Το στέργεις; – Το δένω κόμπο!» απάντησε σημαδεύοντας με το νύχι του αρπακτικού. «– Δέσε ό,τι θέλεις!». Την ξεπροβόδισα και βυθίστηκα σε περισυλλογή.
Το ψυχανεμιζόμουν καιρό, μα δεν έβρισκα τις κατάλληλες λέξεις – άσε που φοβόμουν τους κήνσορες της BDSM-ικής ορθοδοξίας: δεν υπάρχουν γυναίκες σκέτο vanilla. Κάθε αληθινή γυναίκα φιλοδοξεί ν’ αγαπήσει άγρια, βαθιά, γυναικεία. Κι αν εισπράξει αμοιβαιότητα, τότε θα μετατρέψει το κορμί της σε μηχανή που εργάζεται στα όρια, μέχρι να τα ξεπεράσει και ν’ ανακαλύψει νέα όρια. Μεζές για τις ανώμαλες ορέξεις του είπε η Άνα. Να γιατί οι γυναικείες φαντασιώσεις είναι κατά κανόνα βίαιες, βρώμικες, σκοτεινές. Από την άλλη μεριά, ΟΛΕΣ οι γυναίκες είναι κατά κάποιον τρόπο vanilla. Ακόμη και η πιο έμπειρη κινκστερού (ή μάλλον: ιδίως αυτή) δεν θα γοητευθεί από την συλλογή σκοινιών ή buttplugs ή από το μήκος του πέους. Απαιτεί να πεις δυο λόγια στην καρδιά της, να την κάνεις να χαμογελάσει, ν’ ανοίξεις έναν φεγγίτη έστω στο μυαλό της. Τα υπόλοιπα θα στα χαρίσει εκείνη – και οι κινκστερούδες είναι πάντα γενναιόδωρες…
Πήγε τρεις, σε λίγο σχολάει και θα μπει στο αυτοκίνητο. Ώρα για το καθιερωμένο μεσημεριανό τηλεφώνημα και την καθιερωμένη μπυρίτσα μου! Αρκετά σας ζάλισα με τις θεωρίες μου, έχω δουλειά, σας φιλώ. Vlad.