Η Ανέφικτη

Ζει μακριά, στο όριο του απρόσιτου. Για να βρεθούμε πρέπει να συνδυάσω τρία μεταφορικά μέσα. Αλλά κι εκείνη πρέπει να μετακινηθεί σε γειτονική πόλη, προς αποφυγή περιπλοκών – ο νοών νοείτω. Η απόσταση δεν μ’ αποθαρρύνει, την ξέρω την ανθρωπογεωγραφία του χώρου. Είναι ευθέως ανάλογη προς την ανθρωπογεωγραφία της χώρας μας: το κλεινόν άστυ και μια γιαλαντζί μεγαλούπολη, η πολυαγαπημένη μου Νυμφομανής του Θερμαϊκού. Εξόν από Αθήνα και Θεσσαλονίκη δεν υφίσταται «χώρος». Υπάρχουν πολλά μεμονωμένα άτομα που προσπαθούν μέσω διαδικτύου. Έτσι γνωριστήκαμε κι εμείς.
Έριξα μια φευγαλέα ματιά στις αναρτήσεις της και σκιαγράφησα το προφίλ της. «25-30, μάλλον ασχημούλα, ίσως παχουλή, μοναχική, ευάλωτη». Έπεσα έξω σε όλα! Η πίστη μου στην «ιατροδικαστική γλωσσολογία» (forensic linguistics) ωστόσο δεν κλονίστηκε. Σύντομα διαπίστωσα ότι το διαδικτυακό της προφίλ είναι ουσιαστικά παραλλαγή, ένα καμουφλάζ για να προστατεύει την ανωνυμία και την οικογενειακή της γαλήνη. Στις φωτογραφίες της δεν έδωσα βάση. Με κάποια πείρα στις ιντερνετικές γνωριμίες, συνήθισα να προετοιμάζομαι για το χειρότερο. Κι αν σταθώ τυχερός, ίσως να μην είναι το πολύ χειρότερο…
Όλες οι επιφυλάξεις μου διασκεδάστηκαν μετά τις πρώτες συνδιαλέξεις μας. Μου ‘δωσε τον αριθμό της, εισέβαλα στην ζωή της κι εκείνη στην καθημερινότητά μου. Γοητεύθηκα και δεν το κρύβω. Ώριμη, έμπειρη, καλλιεργημένη, πανέξυπνη, προσγειωμένη… Γυναίκα με κεφαλαίο Γ, δεν της πουλάς φύκια για μεταξωτές κορδέλες. «– Δεν σ’ ενοχλεί το α, β, γάμα μου; – Όχι. Μου αρέσει και το δ, ε, ζήτα σου. Μπορώ να γίνω το ωμέγα σου; – Α μέχρι το ωμέγα μου έχουμε πολύ δρόμο!», κελάρυσε αμφίσημα. Όμορφη; Μήτε που με νοιάζει, ωραίο και μόνο το γέλιο της με ξετρελαίνει.
«Έλα. Θέλω να σε δω» πρόσταξε. «– Είσαι μακριά, είναι ανέφικτο… – Υπάρχουν εφικτές σχέσεις στη ζωή σου; Όλες ανέφικτες είναι!» με αφόπλισε. Άλλο που δεν ήθελα, τραβάτε με κι ας κλαίω, θα διαβώ τον Ρουβίκωνα για χάρη της. Έπρεπε να φτιάξω χρόνο, να τακτοποιήσω ένα κάρο λεπτομέρειες. Ατέλειωτο ταξίδι για ένα βράδι. «– Βράδι; Αστειεύεσαι; Αδύνατον. Τρεις ώρες μπορώ να λείψω.». Τρεις ώρες λέει! Δεν μου φτάνουν ούτε να της εκμυστηρευθώ τα αισθήματά μου! Υπαναχωρείς; Με τίποτε, θα πέσω μαχόμενος! Υποσχέθηκα. Κι όταν ο Vladimir λέει μια κουβέντα δεν την παίρνει πίσω. Οι bdsm-ικές της απαιτήσεις μου φάνηκαν από αυτονόητες έως λογικές. «– Όχι αυτό» ξεκαθάρισε. Κρίμα, δεν είναι εκ των ουκ άνευ, αλλά το ‘χω και το κάνω σωστά. Αφήκε όμως ένα παράθυρο: «– Όταν καβλώσω, μπορείς να με κάνεις ό,τι ό,τι…». Ανταπέδωσα παραχωρώντας διακριτική ευχέρεια: «- Το σεξ είναι προαιρετικό. – Εσύ τι πιστεύεις ότι θα γίνει όμως; – Πιστεύω ότι θα ξεσκιστούμε… – Ναι κι εγώ αυτό προβλέπω…».
Με παρέλαβε με το αυτοκίνητό της και μου ‘κοψε την ανάσα. Τι πλάσμα είσαι συ; Ποιος Μοντιλιάνι σε φιλοτέχνησε; Και ποιος Σαιξπήρος σε πέταξε στην άλλη άκρη της Ελλάδας; Μπήκαμε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου αγκαζέ. Κρέμασε το πανωφόρι της και κάθισε στο κρεβάτι. Δεν έβγαλε ούτε τις γόβες της, καθόταν αμίλητη και κοίταζε το κουβερλί… Μύριζε πούδρα και καθαριότητα. Δεν κατάλαβα αν ήταν γνήσια κοριτσίστικη συστολή ή κάποιο παιγνίδι της. Άνοιξα ένα κρασί, κατάπιε το πρώτο ποτήρι γρηγορότερα κι από μένα. Της προσέφερα το πλέον άκυρο δώρο πρώτου ραντεβού. Άκυρη και η ερώτησή της: «– Δώρο; Για ποιο λόγο;». Έλα μου ντε! Επιχείρησα να σπάσω τον φαύλο κύκλο της αμηχανίας φλυαρώντας – και τι δεν είπα ο αθεόφοβος! Τι για πρώην μου τι για ανεκδιήγητες εμπειρίες μου, όλα τα περασμένα μεγαλεία και δηγώντας τα να κλαις! Μετά από δύο σχεδόν ώρες, ο μόνος σαδισμός που έπαιξε στο δωμάτιο ήταν ο μονόλογός μου. Το πήρα απόφαση, έτσι θα συμπληρωθεί και η τρίτη ώρα που εξοικονόμησε για μένα και θα σηκωθεί να φύγει…
Το κρασί και η φλυαρία μ’ έστειλαν στην τουαλέτα. Όταν επέστρεψα, ήταν γυμνή κάτω από τα σκεπάσματα. Ανήκει σε μια προνομιούχο κατηγορία γυναικών, που όταν γδύνονται κερδίζουν… Έσβησα τα φώτα, μου αρκούσε ο φωτισμός της πλατείας, πλάγιασα δίπλα της. Η συντροφιά της χόρτασε την ακοή και την όραση. Ήρθε επιτέλους η ευλογημένη ώρα της γεύσης. Τα φιλιά της χάνονται πρόωρα: σύντομα και άνυδρα, με μια διστακτική γλωσσίτσα, αλλά επαναλαμβανόμενα. Προσαρμόστηκα αμέσως και της ανταπέδωσα με χιλιάδες φιλιά περιμετρικά του προσώπου της – «είσαι πανέμορφη! – Δεν είμαι, αλλά σ’ ευχαριστώ…». Να και η ώρα της αφής. Παραμέρισα την κόμη της κι άρχισα να εξερευνώ τον λαιμό, τον αυχένα, τις ωμοπλάτες της. Ανατριχιάζει, της αρέσει. Το μέγεθος του μαστού μου είναι αδιάφορο. Με τους μαστούς ελάχιστα πράγματα μπορείς να κάνεις με ασφάλεια. Με τις ρώγες τα πάντα, από να τις πιπιλάς σαν βρέφος μέχρι να τις τρυπήσεις και όλο το ενδιάμεσο φάσμα… «– Αχχ!– Ω με συγχωρείς, παρασύρθηκα. – Μ’ αρέσει, συνέχισε!». Συνέχισα και δεν σταμάτησα θαρρώ όλο το βράδι. Ούτε κείνη μου ‘δωσε την εντύπωση ότι βαρέθηκε το παιγνίδι με τις ρώγες της… Μέτρησα τα πλευρά της σαν τον σχολαστικό ορθοπεδικό, οι παλάμες μου συνέκλιναν στην κοιλίτσα της. Κι όπως ζύγωνα πάνω της, με χτύπησε το ισχυρότερο αφροδισιακό της φύσης. Και σημάδεψε ΝΤΑΓΚ! στο μυαλό μου. Μυρίζει πικραμύγδαλο. Πηγάζει ανάμεσα στα πόδια της, από την πηγή της ζωής και της ηδονής. Έως εκείνη την στιγμή είχα τον απόλυτο έλεγχο των πράξεων μου, αλλά η πουτάνα η όσφρηση με πρόδωσε, με λύγισε. Αναγνωρίστε μου τουλάχιστον το ακαταλόγιστο! Άλλαξα προσωπείο (τα προσωπεία αλλάζουν, το πρόσωπο είναι πάντα το ίδιο), της μίλησα χυδαία: «– Πες μου, είσαι μια ξεσκισμένη τσουλάρα;». Με κοίταξε απορημένη, όχι ενοχλημένη. «– Τι… Είμαι… – Λέγε μωρή, είσαι μια χιλιογαμημένη καριόλα; – Ναι είμαι είμαι!». Έχωσα δυο δάχτυλα μέσα της και βυθίστηκα στο πικραμύγδαλο. «Δεν σε πιστεύω….» ήτανε το τελευταίο που συγκράτησα. Στο διάολο σκέφτηκα και οι ρόλοι και τα προγράμματα! Αυτό θέλω αυτό θα κάνω! Είναι femdom μην γελιόμαστε – και το απολαμβάνω. Έσκυψα πάνω της κι άρχισα να γλύφω. Πασαλειβόμουνα και κατάπινα, μα ο κόλπος της ήταν αστείρευτος και η δίψα μου μεγάλη. Βογκούσε. Δεν ξέρω αν πονούσε ή αν έχυνε ούτε μ’ ένοιαζε. Είχα αφοσιωθεί στο μουνί της, όπως ο μεγάλος συγγραφέας στους ήρωές του. Κι όταν πιάστηκε η μέση μου, την έστησα στην πολυθρόνα και συνέχισα πεσμένος στα γόνατα.
Σταμάτησα μόνον όταν στέγνωσε εντελώς το στόμα μου, έπρεπε να πιώ νερό, τελικά ήπια ένα ποτήρι Ακακίες του κυρ-Γιάννη. Κοίταξα το ρολόϊ με τρόμο: η μία μέρα παρέδιδε την αόρατη σκυτάλη του χρόνου στην επόμενη. Η αλλαγή αυτή γίνεται πάντοτε στο σκοτάδι «– Μεσάνυχτα! Είπες τρεις ώρες, έκατσες τέσσερις! Δεν πρέπει να φύγεις; – Ναι πρέπει… Έχεις και δουλειές αύριο…» είπε και μελαγχόλησε η Σταχτοπούτα μου. Χαμογέλασα: «– Δεν έχω δουλειές αγάπη μου, πρόσχημα ήταν για να λείψω δυο μέρες απ’ το γραφείο. – Δεν σε πιστεύω! Ψέματα! – Αν δεν με πιστεύεις, άνοιξε την αποσκευή μου. Αν βρεις έστω κι ένα χαρτί μέσα… – Και γιατί ήρθες αφού δεν έχεις δουλειές; – Επειδή σε θέλω. – Είσαι τρελός! – Τρελός δεν ξέρω, ξετρελαμένος σίγουρα.». Με πίστεψε και καλά έκανε. Επινόησα υπόθεση στην άλλη άκρη της χώρας για να περάσω τρεις ώρες μαζί της. Χάρηκε, πήδηξε στην αγκαλιά μου. «– Πάρε με!». Την πήρα. Και μετά παιχνίδι, μέχρι που μ’ εγκατέλειψαν οι δυνάμεις μου. Συμπλήρωνα ένα 24ωρο άυπνος και νηστικός. Έγειρα στο πλάι και παραδόθηκα στην εξουσία του Μορφέως. Αλλά να που άρχισε να χαϊδεύει την πλάτη μου με τα δαχτυλάκια της! Ηλεκτροσόκ – αναρίγησα και η διαύγειά μου επανήλθε. Και πάλι παιχνίδι και πάλι κουβέντα. Ανταλλαγή φαντασιώσεων και σωματικών υγρών εναλλάξ. Το βαφτίζω διανοητικό edgeplay: ποιος κατακτά και ποιος υποκύπτει; Ποιος κυριαρχεί και ποιος υποτάσσεται; Ποιος πονάει και ποιος υποφέρει; Ισορροπία του τρόμου χωρίς safeword.
Ξημέρωνε όταν πια μπήκε στο μπάνιο. Τα φώτα της πλατείας σβήσανε, το λυκαυγές φώτιζε το δωμάτιο μ’ ένα παρακμιακό μπλαβί. «– Δεν θα μείνεις να πάρουμε πρωινό; – Δεν μπορώ…». Ντύθηκα όπως – όπως, να την ξεπροβοδίσω. Μου ‘στειλε φιλάκι, έβαλε πρώτη και χάθηκε χωρίς να στρέψει πίσω. Ήταν η τελευταία στιγμή του ραντεβού μας.
Δεν πρόλαβα ν’ ανάψω τσιγάρο και τηλεφώνησε: «– Είσαι τρελός, το ξέρεις; Είσαι τρελός!». Χαμογέλασα, πέταξα μια εξυπνάδα επιπέδου «ναι αλλά ωραίος τρελός.». Δείλιασα να της πω: «ερωτευμένος είμαι. Λίγο απέχει από την τρέλα.». Κλείσαμε όταν πια πάρκαρε κάτω από το σπίτι της. Έφτιαξα ένα σκέτο Nespresso και σούρθηκα μέχρι το μπάνιο. Δεν ένοιωθα πια κουρασμένος, αλλά άρρωστος. Βγήκα από το μπάνιο και το μάτι μου έπεσε στην πολυθρόνα, την σκεπασμένη με την πετσέτα που χρησιμοποιήσαμε ως αυτοσχέδιο ριχτάρι. «– Πού είσαι;». Μα ήταν ήδη σπίτι της… Αν συνεχίσεις έτσι δεν θα βγάλεις το ταξίδι της επιστροφής. Κατέβηκα στον μπουφέ με μάτια κατακόκκινα, ρημαγμένα από το ξενύχτι και την ακολασία. Πήρα ένα λιπαρό πρωινό, ήπια δέκα σκέτους καφέδες και ξεκίνησα το ταξίδι της επιστροφής, με την αλκαλική γεύση της να επιμένει στο στόμα μου.
«- Μου λείπεις. Σε θέλω. Θέλω να σε δω.». Πολλά λέμε κάθε μέρα στο Skype, αυτή είναι η επωδός κάθε συζήτησης. Κι εγώ ο δειλός βρήκα το θάρρος να της πω: «Σ’ αγαπώ.». Να το λες στην κάμερα, απαιτεί κάποια τόλμη. Να επωμιστείς τις ευθύνες αυτής της δήλωσης, ηρωισμό.
Λεπτομέρεια: δεν ξέρω το μικρό της όνομα. Ούτε κείνη το δικό μου. Χρησιμοποιούμε τα ψευδώνυμά μας κατ’ απαίτησή της, είναι μέρος της συμφωνίας μας. Συμπληρώνω το ερωτηματολόγιο: ποιος είναι τρελός και ποιος γνωστικός;
ΥΓ Όταν το ξαναδιάβασα προτού το παραδώσω στην κρίση τυχόν αναγνώστη, θυμήθηκα την Ωχρά Σπειροχαίτη. Η τρίτη στροφή σα να περιγράφει την σχέση μας – και κάθε BDSM-ική σχέση. Την παραθέτω:
Το λογικό, τα αισθήματα μας είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στο χέρι του Θεού.
Follow My Blog
Get new content delivered directly to your inbox.