Μετά βίας συγκράτησα το χαμόγελό μου, καθώς η πόρτα έκλεινε αθόρυβα πίσω μας. Τα δωμάτια των ξενοδοχείων είναι ψυχαναγκαστικά: τα ίδια αντικείμενα τοποθετημένα στην ίδια ακριβώς θέση. Φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες, που όμως διαδραμάτισαν ρόλο στο παρελθόν μας. Είχα ξαναβρεθεί στο ίδιο δωμάτιο. «– Αυτές οι τρεις ώρες, Vladimir, είναι ΚΤΗΜΑ ΣΟΥ να τις ζήσεις όπως θέλεις!» είπε εμφατικά φίλη αγαπημένη και είχε όπως πάντα δίκιο. Εκείνα τα τρίωρα ήταν ό,τι πλησιέστερο ένοιωσα ποτέ στην ευτυχία. Άνοιξα τις κουρτίνες, έριξα μια νοσταλγική ματιά στους περαστικούς, έπειτα έστρεψα το βλέμμα στον απέναντι λόφο που παραμόνευε σαν ηδονοβλεψίας. Το απόκοσμο φως προέρχονταν εν τέλει από τους φωτοσωλήνες που κοσμούσαν την πρόσοψη του ξενοδοχείου. Εισέπνευσα τον αέρα του δωματίου, μύριζε απολυμαντικό χοντρικής και κρεμοσάπουνο, ωστόσο κάτι σα να ξέμεινε από την τελευταία μας συνεδρία. Κάποια νανοσωματίδια από τις εκκρίσεις μας ίσως αιωρούνταν ακόμη στον αιθέρα κι ας πέρασαν αιώνες από τότε. Κάποια μόριά της θα κυκλοφορούν αιωνίως μέσα μου.
Με αγκάλιασε τρυφερά από πίσω: «– Συμβαίνει κάτι; – Η αμηχανία της πρώτης φοράς. Τίποτε να σε ανησυχεί. – Είναι σίγουρα η πρώτη σου φορά εδώ;» ρώτησε καχύποπτα. «- Είναι σίγουρα η πρώτη ΜΑΣ φορά, αυτό αξίζει να συγκρατήσεις.». Την παρακάλεσα να μην σκαλίζει το παρελθόν, δεν βγαίνει τίποτε από δαύτο. Διαμάντια και σκουριά λέγει το τραγούδι. Ευσεβής πόθος, το καθίζημα είναι πάντοτε πικρό. Το σεβάστηκε, έθαψε τις αμφιβολίες της στην έξαψη της στιγμής. Φίλησα τις παλάμες της, έπειτα γύρισα να την θαυμάσω: έλαμπε μέσα στο πορφυρό negligee που τόσο στοργικά της διάλεξα. Κατέβασα το μικροσκοπικό της εσώρουχο, ήταν εντελώς περιττό. Χάιδεψα το εσωτερικό των μηρών της, λίγο ανατρίχιασε, λίγο κοκκίνισε, οπωσδήποτε ερεθίστηκε, η όσφρησή μου στάθηκε και πάλι στο ύψος των περιστάσεων. Δεν χρειαζόμουν άλλη ενθάρρυνση. Την καθοδήγησα να καθίσει ανάποδα στην καρέκλα, με την πλάτη γυρισμένη προς τα μένα. Φίλησα την κορφή της, έδεσα τα μαλλιά της σε μια άτεχνη αλογοουρά να μην αναμιγνύονται στο έργο μου. Φίλησα τον αυχένα, ύστερα τα ρόδινα μαγουλάκια της. «- Θα σου λύσω τα μάτια όταν τελειώσω» εξήγησα, καθώς η μαύρη δαντέλα της στερούσε την όραση.
Καθήλωσα τα πόδια της με το spreader, έσφιξα τους επιδέσμους, κλείδωσα τα λουκέτα δίχως να ‘ναι απαραίτητο. Περισσότερο χασομερούσα, μελετώντας τις λεπτομέρειές της. Τα πέλματα σχεδόν μωρουδίστικα, οι αστράγαλοι πολύτιμοι λίθοι, οι γάμπες της σμιλεμένες. Περιπλανήθηκα στις εξαίσιες γραμμές της, πότε με τ’ ακροδάχτυλα πότε με την γλώσσα μου, σα να σμίλευα τα πόδια της από την αρχή ή σα να γευόμουν την δόξα του Δημιουργού της. Αιφνιδιάστηκε, δεν ήταν η συνεδρία που περίμενε, όμως οι υπόκωφοι αναστεναγμοί της πρόδιδαν ικανοποίηση. Τα χέρια της μηχανικά σχεδόν πάλευαν να με αρπάξουν, η προσπάθειά της με αποσυντόνιζε. Οι χαλύβδινες χειροπέδες ασφάλισαν με το χαρακτηριστικό ΚΛΑΤΣ! πίσω από την πλάτη της. Ήτανε πλέον ανήμπορη. Έδεσα τα πέτσινα λουριά στους μηρούς και τα μπράτσα της, αντέδρασε στο μούδιασμα γουργουρίζοντας. Έχωσα τις παλάμες μου κάτω από το negligee, τις εξαπέλυσα σαν δυο γιγαντιαία αρθρόποδα. Ζούληξα την κοιλιά της, βασάνισα τις ρώγες της, περιηγήθηκα στους μαστούς λες κι έπαιρνα μέτρα για στηθόδεσμο. Το άρωμα που αναδύονταν από τα σωθικά της δυνάμωνε, κατέκλυσε τα ρουθούνια μου, ωστόσο δεν βιαζόμουν: ήταν έρμαιο των διαθέσεών μου. Έσφιξα το κολάρο, δυσανασχέτησε σιωπηλά. Στερέωσα την μακριά καδένα, την άφησα να ξετυλιχτεί κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς της, να κουλουριαστεί στην λεκάνη της με πάταγο: «- Άουτς, πάγωσα! Στο ψυγείο την είχες;» αυθαδίασε. Δεν σκόπευα να την φιμώσω, εξαναγκάστηκα μετά το άστοχο σχόλιο: ανέσυρα το λουρί από το βάθος του σάκου, το πέρασα στον αυχένα της, ο κρίκος κρατούσε το στόμα της ανοιχτό και άλαλο. Συνέχισα να την περιτυλίγω με αλυσίδες, απολαμβάνοντας τους σπασμούς που της προκαλούσε το παγωμένο μέταλλο.
Έλυσα τα μάτια της όταν πια με ικανοποίησε το αποτέλεσμα. «– Κοίτα τα χάλια σου!» πρόσταξα. Την άφησα να χαζεύει την αυτοσχέδια ιπποσκευή, ενόσω στοχαζόμουν την ομορφιά της: της ταιριάζει ο περιορισμός, είναι σαν το σώμα της να υπαγορεύει τα δεσμά. Εκείνη διατάζει, ο παρτενέρ της είναι ο εκτελεστικός βραχίονας. Εκείνη υπαγορεύει το «παιχνίδι», ο Κυρίαρχος είναι συμπαίκτης με ψευδαίσθηση εξουσιαστή. Ξεκίνησα να την αποδεσμεύω με αντίστροφη σειρά: έχασα τα κλειδιά της χειροπέδης, συγχύστηκα, άργησα να ξεκλειδώσω. Εκνευρίστηκε. Δεν πρόλαβα καλά-καλά να ελευθερώσω τους αστραγάλους της και τινάχτηκε όρθια με τις αλυσίδες να κρέμονται από τα άκρα της, λες και απέδρασε από το τρελοκομείο. Μ’ έσπρωξε στο κρεβάτι, χύμηξε πάνω μου και με πήρε στο στόμα της με τον κρίκο ακόμη ανάμεσα στα δόντια της, το κολάρο περασμένο στο λαιμό της. Ήταν η σειρά μου να πονάω και να παγώνω, όμως η έκφρασή της απέπνεε αγάπη μάλλον παρά αντεκδίκηση. Διαστροφή κι αισθησιασμός σε σύμμετρες δόσεις, η έμπνευσή της με οδηγούσε στην κορύφωση. Την διέκοψα λίγο προτού εκραγώ στο στόμα της. Έλυσα το φίμωτρο, την φίλησα βαθιά ν’ αναμιχθούν οι χυμοί μας, έπειτα ανασήκωσα την λεκάνη της και στριμώχθηκα κάτω της. Την πήρα με την γλώσσα, το πρόσωπο, το πηγούνι, άλλοτε έγλυφα κι άλλοτε διείσδυα μέσα της. Το νέκταρ της έρεε ασταμάτητα, έλουζε τα μαλλιά μου, έκαιγε την γλώσσα, γέμιζε τα πνεμόνια μου, λίμναζε στον λαιμό μου. Να που κι εκείνη μου στέρησε τις αισθήσεις: έβλεπα, γευόμουν, εισέπνεα τα σκοτάδια της. Παροδικά άκουγα τα βογκητά της και το κροτάλισμα των αλυσίδων, οι παλάμες μου στερεωμένες στους γλουτούς της, ένα ή δύο δάχτυλα βυθίζονταν παροδικά και χάνονταν πίσω της. Σταμάτησα όταν ήταν μάταιο να συνεχίσω – το εφηβαίο της πολτοποιήθηκε και δεν της χάριζε άλλους οργασμούς.
Διέκρινα τρόμο στο βλέμμα της. Απορημένος, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Οι κόρες διεσταλμένες και κατακόκκινες, τα χείλη μου πρησμένα λες κι έτρωγα μπουνιές. Οι χυμοί της έσταζαν ακόμη από τα μαλλιά, σχημάτιζαν πηχτούς θρόμβους στο μέτωπό μου. «- Είναι δικό σου έργο αυτό. Φωτογράφησέ με.». Με απαθανάτισε. Πλαγιάσαμε δίχως να ξεπλυθώ, ήθελα να στεγνώσει πάνω μου, να διεισδύσει βαθιά στις πτυχώσεις του δέρματος, να φωλιάσει στα νύχια και τα μαλλιά μου. Πέταξα τα άψυχα στον σάκο, παρθήκαμε ολόγυμνοι, πασαλειφτήκαμε χειρότερα.
Η ευτυχία είναι χίμαιρα και οι μνηστήρες της ματαιοπονούν. Ως κατάσταση διαρκούς ευδαιμονίας δηλαδή, η ευτυχία είναι ασύλληπτη. Η ενήλικη ζωή μου δίδαξε να είμαι ολιγαρκής, να αρκούμαι σε ψήγματα: τρεις μόλις ώρες σε ό,τι με αφορά. Πολύ θα ήθελα να μην σηκωθούμε ποτέ από κείνο το κρεβάτι, να κοιμηθούμε και να ξυπνήσουμε μαζί. Κανείς θόρυβος, καμιά επίδραση από τον έξω κόσμο. Ό,τι είχε σημασία, διαδραματίζονταν σε κείνο το δωμάτιο. Αλλά δεν γινόταν. Έπρεπε να επιστρέψουμε εκεί που επιστρέφουμε πάντοτε, έκαστος εφ’ ω ετάχθη. Είχε τουλάχιστον λίγο χρόνο για φαγητό, τσιμπήσαμε στην αγαπημένη μου ψησταριά στην Κρήνη. Περιεργάστηκε το περιβάλλον με καψυποψία, όμως τούτη την φορά δεν ρώτησε: ήταν η πρώτη ΜΑΣ φορά εκεί.
Με κείνο το δικό μας τρίωρο πέρασα τους τρεις πρώτους μήνες της καραντίνας.