Είναι πρόσωπο υπαρκτό. Δεν είναι αποκύημα της νοσηρής μου φαντασίας, δεν είναι πλάσμα της γραφίδος του Αρκά. Τον αναζήτησα μάταια στους τύπους του Jung, δεν τον βρίσκω ανάμεσα στους χαρακτήρες του Μολιέρου κι έτσι αποφάσισα να καταπιαστώ ελόγου μου.
Το βιογραφικό του ομιχλώδες, η ηλικία του ακαθόριστη. Μεσήλικας οπωσδήποτε, κρύβει επιδέξια πέντε ή δέκα χρόνια. Αιώνιος έφηβος σαν άλλος Peter Pan, προσαρμόζεται ανερυθρίαστα στην ηλικία της εκάστοτε ερωμένης του – η Tinker Bell δεν ζητάει ταυτότητα! Κάμποσες δεκαετίες καταχρήσεων του προσδίδουν την γοητεία της παρακμής. Τι κι αν αραίωσαν τα μαλλιά ή τα δόντια; Σαν Dorian Gray του 21ου αιώνα δεν φθείρεται ποτέ – αντ’ αυτού ασχημαίνουν και γερνάν οι πρώην του. Σπούδασε κάτι στο εξωτερικό, στην Αγγλία θαρρώ, ποτέ δεν καταλάβαμε τι ακριβώς. Εργάστηκε σε μεγάλη εταιρία, μετά τα παράτησε, ξεκίνησε κάτι δικό του, ωστόσο είναι διαθέσιμος για παιχνίδια και άλλα όλη μέρα, κάθε μέρα. Στο κάτω-κάτω ο βιοπορισμός του δεν είναι δική μας υπόθεση. Πνευματώδης, λακωνικός, συχνά θυμόσοφος. Η παροιμιώδης οκνηρία του δεν του επιτρέπει να κάνει το επόμενο βήμα: να φιλοσοφήσει.
Στις σκοτεινές τέχνες είναι άφταστος. Άσος της περίδεσης με σχοινιά και με παλούκια, με βαρούλκα και ιμάντες, με γάντζους και τροχαλίες. Βιρτουόζος της υποβλητικής ατμόσφαιρας, του γοτθικού ντεκόρ, της υποβόσκουσας απειλής, του πόνου, της ταπείνωσης, τι ό,τι κι αν πεις… Στις δημόσιες εμφανίσεις του περιζήτητος. Στα parties ανάρπαστος. Συνοδεύει τρυφερές υπάρξεις, στις οποίες απονέμει τίτλους ευγενείας: «η σούμπα μου, η υποτακτική μου, το πετ μου» αλλά και «η φίλη μου, η play partner μου, η σχέση μου» και άλλα, ό,τι κολακεύει την συνοδό (ή συνοδούς) του. Όταν κάποτε εξαντληθεί το ενδιαφέρον του, τις πασάρει ή άλλως τις ξεφορτώνεται. Τότε κι εκείνες του απονέμουν τίτλους βγαλμένους από κάποιο εγχειρίδιο ζωολογίας, είναι όμως αργά… Ήπιος στους τρόπους, η επίπλαστη ταπεινοφροσύνη του παραπλανά και υποχρεώνει. Το Γουρούνι αρέσει σε όλες, νέες και ώριμες, έμπειρες και μη, θυγατέρες και μαμάδες – δεν αφήνει τίποτε ασύλητο, όλες έχουνε θέση στην παλέτα των εξωτικών του φαντασιώσεων.
Απολαμβάνει την επιτυχία του ανέμελος δίχως τύψεις. Δεν ερωτεύεται, δεν εμπλέκεται συναισθηματικά, χαρίζει αφειδώς πόνο και ηδονή. Εδώ και δεκαετίες γαμάει και δέρνει (όχι πάντοτε με την ίδια σειρά) χωρίς ενοχές, χωρίς ευθύνες. Δεν αρκείται σε μετριότητες: νεαρές ματαιόδοξες, μοναχικές ευάλωτες, ανιαρές παρτόλες – όχι! Από τα χέρια του περνάνε γυναίκες αξιόλογες από κάθε άποψη: γυναίκες όμορφες, καλλιεργημένες, ενίοτε πεπειραμένες. Κι αυτές ακόμη υποκύπτουν στην δηλητηριώδη γοητεία του. Ηθελημένα ή ακούσια προσχωρούν στο άθλιο δόγμα του: ότι δηλαδή D/s σημαίνει αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος χωρίς το παραμικρό διανοητικό / συναισθηματικό υπόβαθρο, δίχως δέσμευση, με την ευθύνη να μοιράζεται εξίσου (αν και θεωρητικά βαρύνει εξ ολοκλήρου τον Κ).
Τον απεχθάνομαι, αλλά δεν τον αδικώ: βρίσκει και κάνει. Η «κυριαρχία» του είναι πάντα συναινετική. Ουδέποτε εκβίασε, ουδέποτε παραβίασε. Εθελοντικά γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης. Με την ελεύθερη βούλησή τους συμμετέχουν σε τρίο, κουαρτέτα και συμφωνικές ορχήστρες, άλλες επειδή γουστάρουν, άλλες λόγω του υπερβολικού τους… «φεμινισμού». Ουδέποτε τάζει, ουδέποτε καλλιεργεί προσδοκίες. Αποκλειστικότητες δεν απαιτεί ούτε φυσικά προσφέρει, το παιχνίδι μας κι έπειτα ο καθένας σπίτι του. Απολογιστικά, οι εντιμότερες παραδέχονται ότι «πέρασαν καλά, έπαιξαν με ασφάλεια». Οι άλλες, που ετεροχρονισμένα τον στολίζουν με ποικιλία κοσμητικών, απλώς συντηρούν τον μύθο του, αν δεν τροφοδοτούν τον φθόνο των ανταγωνιστών του.
Το Γουρούνι το θέλουν όλες για το κορμί του. Για το μυαλό του καμία.