(πρωτοδημοσιεύθηκε στο bdsminternational.org τον Αύγουστο του 2018)
Αποχαιρετιστήκαμε με αύρα παλιού κλασικού Hollywood: με φίλησε και στράφηκε προς το αμάξι της. Έκαμε δυο βήματα κι αμέσως μεταβολή, με αγκάλιασε φανερά συγκινημένη και με ξαναφίλησε. Της αρέσουν οι δημόσιες εκδηλώσεις. Και της πάνε. Δεν γίνεται να βρεθούμε νωρίτερα απ’ τον Σεπτέμβρη. Ο Eliot έγραψε πως ο Απρίλης είναι ο σκληρότερος μήνας. Λάθος, ο Αύγουστος είναι εξίσου σκληρός και ανελέητος κι έχει το κακό συνήθειο να μπλέκεται στις υποθέσεις μου… Καθώς απομακρύνονταν, θαύμασα το μακρύ καλοκαιρινό φόρεμά της που τόνιζε τις γραμμές της, το βάδισμα με τα μικρά μα αποφασιστικά βηματάκια της. Μπήκα στον σταθμό όταν πια χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο.
Θυμήθηκα το Οκτώμισι, την μόνη αυτοβιογραφική ταινία του Φελίνι. Ένας διάσημος σκηνοθέτης, μετά την επιτυχία της όγδοης ταινίας του (εξ ου ο τίτλος) παραθερίζει σε μια επαρχιακή λουτρόπολη με την σύζυγο και την… ερωμένη του, αναζητώντας έμπνευση, αναμετρώμενος με τις γυναίκες του παρελθόντος του. Το έργο είναι μια αλληλουχία ονειρικών-εφιαλτικών εικόνων και οι θεατές αμφιβάλλουμε, αν οι σκηνές διαδραματίζονται στ’ αλήθεια ή αποτελούν αποσπάσματα της επόμενης ταινίας του σκηνοθέτη. Να που βρέθηκα κι εγώ να παραθερίζω στο πρώτο πόδι υπό παρόμοιες συνθήκες, μπροστά δηλαδή σε σταυροδρόμια (ή αδιέξοδα), σε αποφάσεις που πρέπει να λάβω, όμως τις αναβάλλω για τον Σεπτέμβριο. Κατά βάθος ξέρω πως οι καλύτερες αποφάσεις είναι αυτές που δεν λαμβάνονται ποτέ. Τα διλήμματα ή θα πάψουνε να με απασχολούν ή θ’ απαντηθούν από μόνα τους.
Την Κασσάνδρα κακώς την λέμε πόδι. Εμένα μου μοιάζει πεπτικός σωλήνας, που καταναλώνει λαίμαργα τα ράφια των super markets και ρυπαίνει τα δάση, τις παραλίες, τα πρανή με σκουπίδια. Εκών άκων στου τουρισμού την ανοχή κι εγώ, αναζήτησα ανακούφιση στο υπαίθριο βιβλιοπωλείο του χωριού. Περιορισμένη ποικιλία, όμως οι τιμές λογικές και η βιβλιοπώλισσα ευγενέστατη και εξυπηρετική. Αν μη τι άλλο, η «βιβλιο-βάρδια» της σπάει την μονοτονία των γυράδικων και των κρεπερί. Αγόρασα δυο βιβλία του Jo Nesbo, που δεν είχα διαβάσει ποτέ. Με παρέσυρε και το οπισθόφυλλο – «ο Nesbo είναι ο ThomasHarris του 21ου αιώνα» – μωρέ μπράβο σύγκριση! Στρώθηκα στην ξαπλώστρα κι άρχισα να διαβάζω τον «Κυνηγό Κεφαλών». Το πορτραίτο του ήρωα μου προκάλεσε μια πρώτη δυσφορία – κυνηγός ταλέντων, αμείβεται με 20.000 μηνιαίως, ζει σε έπαυλη στα προάστια και είναι παντρεμένος με νεαρά καλλονή. Παρ’ όλ’ αυτά κατατρύχεται από…. ανασφάλειες και ψυχολογικά προβλήματα κλπ. Ε, δικαιολογημένα του τα φοράει η γυναίκα του, δεν συμφωνείτε; Είναι και το ανταγωνιστικό περιβάλλον του μπιτσόμπαρου που με προδιαθέτει αρνητικά: ακριβώς μπροστά μου μια παρέα κλαρινογαμπρών. Θηριώδη μπράτσα και ανάγλυφοι κοιλιακοί – εγώ με το μπυρόκοιλο να ρουφιέμαι και να ντρέπομαι. Αποτριχωμένοι παντού, με λάδια, τατουάζ και παπαδίστικη γενειάδα (τι φριχτή μόδα!), οι γόηδες της εποχής. Αντί ωστόσο να ασχολούνται με τα κορίτσια της παρέας τους, ασχολούνταν με τα μπράτσα και τα λάδια και τα smartphones τους. Εις εξ αυτών πετούσε drone… Απολύτως δικαιολογημένες οι κοπέλες ήταν πρόθυμες να παίξουν με τον πρώτο τυχόντα που θα τους έδινε λίγη σημασία. Παραδίπλα η μιλφάρα να διαβάζει την Απελευθέρωση με θρησκευτική ευλάβεια. Φαντασιώνεται άραγε τον Κρίστιαν; Ή πως είναι η Αναστασία και της κάθεται ο Κρίστιαν – ποιος ξέρει. Η γκαρσόνα έχει τόσο τέλεια βυζιά, που μπαίνω στον πειρασμό να την ρωτήσω πόσο της κόστισαν. Γενικώς μια ατμόσφαιρα αγχωτικής προσμονής: όλοι προσποιούνται ότι διασκεδάζουν, ενώ όλοι περιμένουν κάτι ή κάποιον που δεν έρχεται ποτέ…
Έφτασα τον κεφαλοκυνηγό μέχρι την μέση. Εκεί πληροφορούμεθα πως ο κακός, ο απηνής διώκτης του ήρωα, είναι μονόρχις. Πώς το μαθαίνουμε αυτό; Ω, απλό: καταδιωκόμενος ο κεφαλοκυνηγός αναζητά καταφύγιο σε μια καλύβα και συγκεκριμένα στον βόθρο αυτής. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί την τουαλέτα κι έτσι μαθαίνουμε την κομβική πληροφορία – ότι έχει έναν μονάχα όρχι… Αυτή είναι η «συγκλονιστική πλοκή που καθηλώνει τον αναγνώστη και τον ζώνει σαν ερπετό». Δεν γράφω περισσότερα για να μην σας γίνω spoiler. Έσκασα στα γέλια και πέταξα τον κεφαλοκυνηγό στην ανακύκλωση. Ξανάπιασα και τέλειωσα τις Γυναίκες του Bukowski, που τις… απάτησα με το Nesbo. Στον επιπόλαιο αναγνώστη φαντάζει σαν μια σειρά από κοινότυπα μεθύσια και γαμήσια – και εν πολλοίς αυτό είναι. Κατάφερε ωστόσο να με προβληματίσει: στην αρχή του βιβλίου ο ήρωας ερωτεύεται την Λίντια, που γίνεται η Μούσα του. Όταν μια γυναίκα σ’ εμπνέει να γράψεις, είσαι σίγουρα ερωτευμένος μαζί της. Αν της γράφεις ποίηση, είναι πιθανώς η γυναίκα της ζωής σου, αλλά δεν το ξέρεις και ίσως δεν θα το μάθεις ποτέ… Αν και αγαπάει την Λίντια λοιπόν, την κερατώνει με ό,τι κινείται στην δυτική ακτή. Επίσης, αν και ζει σε μια από τις πιο κοσμοπολίτικες μητροπόλεις του κόσμου (το Los Angeles), επιδίδεται σε σχέσεις εξ αποστάσεως και δι’ αλληλογραφίας. Το ερώτημα λοιπόν είναι, γιατί το κάνει αυτό; Ή πώς μπορεί και κοιμάται με άλλες, ενώ αγαπάει την Λίντια; Προβληματίζεται και ο συγγραφέας (alter ego του ο ήρωας), αλλά δεν δίνει απάντηση. Ο ήρωάς του είναι ένας μοναχικός άντρας που παραδόξως φοβάται την μοναξιά, φοβάται ότι θα πεθάνει μόνος και τελικώς εθίζεται στην συντροφιά των γυναικών του. «Οι άνθρωποι κάνουμε πράγματα ενόσω περιμένουμε να πεθάνουμε», φιλοσοφεί ο Bukowski. Το βιβλίο πάντως είναι ελαφρύ και χαριτωμένο ανάγνωσμα, ό,τι πρέπει για το Καλοκαίρι. Το συστήνω χωρίς να είναι αριστούργημα. Ορίστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα1, δείγμα του πόσο βαθιά προσεγγίζει το θέμα του ο συγγραφέας:
“Καθόμουν και χάζευα τις γυναίκες. Κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ εμένα. σκεφτόμουν πραγματικά πολύ το σεξ. Κάθε γυναίκα που κοίταζα την φανταζόμουν στο κρεβάτι μαζί μου. Γυναίκες: Μου άρεσαν τα χρώματα στα ρούχα τους. μου άρεσε το πώς βάδιζαν. μου άρεσε η σκληρότητα στα πρόσωπα μερικών απ’ αυτές. μου άρεσε η αγνή, απόλυτη ομορφιά σε κάποια άλλα πρόσωπα, μια ομορφιά υπέρτατα και γοητευτικά θηλυκή. Υπερτερούσαν οι γυναίκες: έκαναν καλύτερα σχέδια απ’ ό,τι εμείς, οργάνωναν καλύτερα τα πάντα. Ενόσω οι άντρες έβλεπαν ποδόσφαιρο ή έπιναν μπίρες ή έπαιζαν μπόουλινγκ, αυτές, οι γυναίκες, σκέφτονταν σχετικά μ’ εμάς, συγκεντρώνονταν, μελετούσαν, αποφάσιζαν – αν θα μας αποδέχονταν, αν θα μας απέρριπταν, αν θα μας αντάλλασσαν, αν θα μας αφάνιζαν ή εάν απλώς μας παρατούσαν. Στο τέλος, δεν είχε και μεγάλη σημασία. Ό,τι κι αν έκαναν αυτές, εμείς καταλήγαμε μόνοι και τρελαμένοι.».
Γυναίκες λοιπόν. Ό,τι έχει γραφτεί ως τώρα (κι έχουν γραφτεί άπειροι τόμοι) δεν απαντά στο αίνιγμά τους. Καλό υπόλοιπο Καλοκαιριού, Καλό Φθινόπωρο!
1 Εκδόσεις Μεταίχμιο 2014, μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης.