(πρωτοδημοσιεύθηκε στο bdsminternational.org τον Ιούλιο του 2018)
Μου έγραψε ευγενικά και διστακτικά: «- Μου αρέσουν τα κείμενά σου. Είναι ανάλαφρα, δροσιστικά. – Ευχαριστώ, προσπαθώ. Το παιδικό μου όνειρο μου ήτανε να γίνω μεγάλος συγγραφέας. Δε βαριέσαι όμως και μικρός βολεύομαι.«. Βαυκαλίζομαι χρόνια τώρα, πως είμαι κάτι σαν τον Χένρι Τσινάσκι. Ένας άσχημος γεροπαραλυμένος δηλαδή, που τον ερωτεύονται για το μυαλό του. Στην πραγματικότητα ανάβω λαμπάδα στην Αγία Ανωμαλία των γυναικών. Σ’ αυτήν επαφίεμαι κι απ’ αυτήν επωφελούμαι – μεγάλη η χάρη της! Κάποιος Μεφιστοφελής με καταδίκασε να διαβάζω και να γράφω πολυσέλιδα κείμενα για βιοποριστικούς λόγους, ώσπου να γίνει κάματος. Και βρίσκω ανακούφιση και ανάπαυση στα «ανάλαφρα και διασκεδαστικά».
Η φίλη μου πάντως δεν ορέχτηκε τον πορνόγερο του Μπουκόβσκι. Για τον εαυτό της μίλησε ελάχιστα. Μέσες-άκρες για την οικογένειά της, τα στοιχειώδη δηλαδή, το όνομά της μετά βίας. «– Ποιος καλός άνεμος σ’ έφερε στο φόρουμ; – Βρίσκω το BDSM πολύ ρομαντικό. – Κι εγώ, αλλά δεν είμαστε ο μέρος όρος έχε υπόψη σου«. Περισσότερο μου μίλησε για Εκείνον. Πόσο τον θαυμάζει, πόσο τον ακολουθεί, πόσο την πονά. Τον αποκάλεσε «κηδεμόνα» της. «– Ανακριβές, κηδεμόνα έχουν οι ανήλικοι και οι ολιγοφρενείς. Να δεχτώ πως είναι Μύστης, Δάσκαλος, Αφέντης σου. Μάστερ με μια λέξη. – Μπορείς να το πεις κι έτσι… Οι ρόλοι κατανεμημένοι εδώ και μια δεκαετία«.
Η διάρκεια της σχέσης τους με εξέπληξε. Γίνονται αυτά «στον χώρο»; Της απέσπασα μερικές ακόμη πληροφορίες με το τσιγκέλι. Ο ένας στην ηπειρωτική χώρα, ο άλλος στην εσχατιά της νησιωτικής Ελλάδας. Και δεν τους χωρίζει μοναχά η γεωγραφία. Προσθέστε τα βάρη της ενήλικης ζωής, σκληρή η βιωτή, ασήκωτα φορτία η εποχή, τα βάρη, οι συνθήκες… «– Μας χωρίζει μια θάλασσα. Η σχέση μας εξ αποστάσεως και στο τηλέφωνο. – Πώς γίνεται ν’ αγαπάς έναν άντρα που δεν γεύεσαι, δεν αγγίζεις, δεν γίνεσαι ένα μαζί του; – Όλα απ’ το μυαλό εκπορεύονται. Εκείνος κανοναρχεί, το κορμί μου συμμορφώνεται – Πώς αντέχετε ο ένας μακριά από τον άλλον; – Γράφουμε… Εκείνος είναι δόκιμος συγγραφέας. Λέει ότι η θάλασσα θα μας χωρίσει μόνον αν το θελήσουμε. Εγώ γράφω παραμύθια για μεγάλους. – Τα παραμύθια είναι ψέματα, η σχέση σας αληθινή. Στείλε μου δείγμα γραφής«, αντέλεξα. Και μου ‘στειλε ένα «παραμύθι» της. Ποίημα είναι, αλλού έμμετρο αλλού πεζό. Προδήλως ακατέργαστο, γραμμένο σε greeklish, πιθανότατα σε κάποια φορητή συσκευή, εξοικονομημένο από το υστέρημα του χρόνου της. Αισθήματα και αισθησιασμός σε άνισες δόσεις πίσω από κάθε στίχο. «– Δεν θα σου κάμω κριτική, δεν έχω την αρματωσιά. Ομοιοπαθής είμαι, όχι φιλόλογος. Θα σου πω μόνον ότι έχεις έμπνευση και την αδικείς. Γιατί greeklish; Μετάγραψέ το στα Ελληνικά, χτένισέ το. Θα σου προκύψουν και άλλες ομοιοκαταληξίες, θα αποκτήσει ομοιογένεια. Ίσως το αναρτήσεις στο φόρουμ.. – Δεν αλλάζω λέξη, μέσα από την καρδιά μου βγήκε. Και δεν πρόκειται να το αναρτήσω πουθενά, διακινώ τα παραμύθια μου με το mail, σε ελάχιστους φίλους«. Σέβομαι την επιθυμία της. Στην περίπτωσή της η σχέση δεν είναι ανέφικτη λόγω δεδομένων συνθηκών, από ατύχημα ας πούμε. Είναι ανέφικτη εκ προμελέτης. Η φίλη μου είναι μια εύθραυστη γυναίκα που φοβάται την ματαίωση. Για να μην θρυμματιστεί, το ματαιώνει μόνη της a priori. Κι αν φτάσει ο κόμπος στο χτένι, όταν δηλαδή κινδυνεύει να γίνει χίλια κομμάτια από τον πολυμερισμό της, «ανοιγο-κλείνει τον διακόπτη», όπως η ίδια είπε. Ο Άνεμος είναι άϋλο στοιχείο της φύσης, η Λυγερή είναι κόρη από σάρκα και οστά. Δεν ζευγαρώνουν πουθενά, ούτε στην ζωή ούτε στο ποίημά της. «– Σε τι ωφελεί όλο αυτό; Τόσος χρόνος, τόσος μόχθος; – Ζω διπλή ζωή, μια μέσα και μια έξω μου. Είναι σα να ζω δυο φορές» μου εξήγησε.. Διπλή ζωή ίσον διπλός πόνος σκέφθηκα, αλλά δεν το μοιράστηκα.
Αντί για επίλογο, μια παράκληση: να αφιερώσεις λίγο χρόνο στην κοινότητα και να προστεθείς στην σιωπηρή μας μειοψηφία των αφελώς ρομαντικών 🙂