Ο ναυτοδίοπος Μπάμπης

Με τον Μπάμπη συνυπηρετήσαμε την θητεία μας στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το παράλογο σύστημα στρατολογίας τον ξερίζωσε από τα χωράφια του στην Δυτική Μακεδονία και τον φύτεψε σε πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού. Πρωτύτερα δεν είχε επιβιβαστεί ούτε καν σε ποστάλι και μετά βίας γνώριζε κολύμβηση. Είναι το ίδιο παράλογο σύστημα που στρατολογεί νέους από την Αττική και τη νησιωτική Ελλάδα και τους εκτινάσσει στα χιόνια και τις παγωνιές της Μακεδονίας και της Θράκης, ίσως για να μισήσουν εξ απαλών ονύχων τα σύνορα που καλούνται (υποτίθεται) να προασπίσουν…

Ο Μπάμπης αγαπούσε κάποια Κική από γειτονικό χωριό, όμως είχε μήνες να την δει. Το χαρτζιλίκι ελάχιστο, το ταξίδι ατέλειωτο και οι άδειες μετρημένες. Ήταν τόσο ερωτευμένος με την Κική του, που δεν είχε άλλο καημό, άλλο θέμα συζήτησης στην βάρδια του και  μετά το πέρας αυτής. Στο πορτοφόλι του είχε πάντοτε μερικά φραγκοδίφραγκα και καμιά δεκαριά φωτογραφίες της Κικής: η Κική να γελάει, να κλαίει, να πίνει, να κοιμάται. Επεδείκνυε τις φωτογραφίες της με καμάρι, αγνοώντας (ή μάλλον αδιαφορώντας) ότι η καλή του ήταν μια συνηθισμένη επαρχιωτοπούλα μετριότατης εμφάνισης. Στα μάτια του Μπάμπη η Κική ήταν η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου: ήταν η γυναίκα του.     

Εγώ ήμουν φέρελπις εικοσιπεντάρης, μικροαστικής καταγωγής, απόφοιτος ΑΠΘ, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος, υποψήφιος διδάκτωρ, ομορφόπαιδο (μην κοιτάτε τώρα) και σκέτος κόπανος! Ήμουν δηλαδή αλαζόνας και συχνά σαρκαστικός υπερόπτης, αν και αγνοούσα θεμελιώδεις αλήθειες της ζωής. Εύκολος στόχος ο Μπάμπης, απλοϊκός, δίχως παραστάσεις, μου άρεζε να τον περιπαίζω για λόγους αναψυχής. Του εμφυσούσα ανασφάλειες για να διασκεδάζω με την αγωνία του. Του ‘λεγα π.χ. πως η Κική είναι πολύ όμορφη κοπέλα, πολύ ανώτερή του εμφανισιακά, σίγουρα έχει πολλούς μνηστήρες. Κι αυτά τα σαββατοκύριακα της, πότε στην Κοζάνη πότε στην Θεσσαλονίκη, για ψώνια και κομμωτήριο ντεμέκ, δεν μου αρέσουν καθόλου… Εκείνος μ’ έπαιρνε στα σοβαρά, αναψοκοκκίνιζε, επιχειρηματολογούσε χειρονομώντας υπέρ της ακεραιότητος και του ποιού της Κικής – μέχρι που έσκαγα στα γέλια και μ’ έστελνε στον διάολο.

Μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα  που παραπλέαμε τον Κάβο Ντόρο υπό το φως της Βερενίκης, ο Μπάμπης μου εξομολογήθηκε: «– Αν γαμιέται ασύστολα και το μάθω, τελειώσαμε!». Αναίσθητος εγώ, επέμενα να αστειεύομαι με την ευαισθησία του: «– Αν δεν το μάθεις δηλαδή; – Αν δεν το μάθω τι με νοιάζει; Θα ‘ναι σα να μην έγινε. – Και αν γαμιέται… συνεσταλμένα; – Ε, τι να κάνει κι αυτή η καημένη…». Την αγαπούσε τόσο ο φουκαράς, που ήταν πρόθυμος να της συγχωρέσει τα πάντα. Και τα συνεσταλμένα και τα ασύστολα. Άμαθος καθώς ήμουν, μου φαινόταν ο Μπάμπης ανόητος αισθηματίας, loser, εθελοντής κερατάς. Εκείνο το ημιαγράμματο χωριατόπαιδο ήταν ωστόσο σοφότερο από μένα. Ήξερε από τα είκοσι του κιόλας ν’ αγαπά, δηλαδή να ανέχεται και να κατανοεί, πράγμα που εγώ αγνοούσα. Ήξερε ότι δεν αφήνεις μια γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς αγκαλιά, χωρίς οργασμό. Ήξερε να παραμερίζει το Εγώ, να το ταπεινώνει, να το κατακερματίζει σε εγώ κι εσύ, να το μετουσιώνει σε Εμείς. Ενώ ο αδαής συνομιλητής του είχε κάμει το Εγώ του θεότητα και το προσκυνούσε. Σήμερα, έτσι σοφός που έγινα με τόση πείρα, αναγνωρίζω την σοφία του. Και διδάσκομαι από τους απανταχού Μπάμπηδες.

            Απολύθηκα το καλοκαίρι του 1997 και δεν ξανάδα τον Μπάμπη ούτε έμαθα ποτέ για κείνον. Δεν ξέρω τι απόκανε με την Κική, αν παντρεύτηκαν ή αν χώρισαν, αν τον κεράτωνε ή τον περίμενε πιστή Πηνελόπη. Ξέρω μονάχα ότι ο Μπάμπης ήταν σοφός κι εγώ ανίδεος. Και ότι η Κική ήτανε τυχερή, ευλογημένη τολμώ να πω, που την αγάπησε μια μεγάλη, αληθινά αντρική καρδιά.

Σχολιάστε