Η συζήτηση αυτή ξεκίνησε από το πρώτο ραντεβού, όταν ακόμα αγνοούσα (ακριβέστερα: υποτιμούσα) το βάθος της BDSM-ικής της εμπειρίας. Της πέταξα μια-δυο πραγματικές εμπειρίες αναμεμιγμένες με φαντασιώσεις μου, εν μέρει για να την εντυπωσιάσω, εν μέρει για να την βολιδοσκοπήσω. Δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δεν επανήλθα. Επανήλθε όμως εκείνη, με υπαινιγμούς τόσο διακριτικούς, που μόνο μετά από οδυνηρή εξοικείωση με τους κώδικές της γίνονται αντιληπτοί. Ένα μεσημέρι που μιλούσαμε στο Skype εκνευρίστηκα: «– Από δω το φέρνεις, από κει το γυρνάς… Γιατί δεν ρωτάς ευθέως; – Τι να ρωτήσω ευθέως; – Αν έχω δοκιμάσει.». Φωτίστηκε το πρόσωπό της. «– Έχεις δοκιμάσει; – Ναι και είναι κάβλα. – Ωωω… τώρα ανέβηκες πολύ στην εκτίμησή μου!». Ζήτησε λεπτομέρειες, τις έδωσα. Το συζητήσαμε κάμποση ώρα. Ερεθίστηκε. «– Ζήτα μου ό,τι θέλεις. Σκηνοθέτησε την φαντασίωσή σου ελεύθερα, χωρίς όρους και πλαίσια. Κι αν έχεις όρεξη, γράψε μου. Γίνου σεναριογράφος, σκηνοθέτης, πρωταγωνίστρια!». Μου έγραψε. Παραθέτω το κείμενό της αυτούσιο, εν γνώσει της και με την άδειά της. Σας παρακαλώ να το διαβάσετε απροκατάληπτα:
«Tο σκηνικό έχει ως εξής. Είμαστε σε ένα δωμάτιο, αυτός γυμνός, με μάσκα, λουράκι στο λαιμό κ πλαγκ κι έχω ένα κουτί. Είναι στα 4, με κοιτά στα μάτια και του τρέχουν τα σάλια. Βλέπει ένα κουτί με σκυλοτροφή, όπου βγάζω ένα μπισκότο κ το τρώει (μόνο το κουτί είναι για σκύλους, τα μπισκότα όχι, αλλά δεν είναι καταπληκτικό mind game; ) Αφού τρώει τον κάνω μια βόλτα στο δωμάτιο με το λουράκι κ πίνει νερό από μπολάκι με τη γλώσσα έξω… Ξαπλώνω στο κρεβάτι κ βλέπω τηλεόραση. Θέλει να ανεβεί πάνω και κάθεται στα πόδια μου. Αρχίζει να με μυρίζει παντού και να με γλείφει από κάτω μέχρι πάνω. Με έχει ερεθίσει πάρα πολύ κ τον γυρίζω μπρούμυτα κ του τρίβομαι ενώ παίζω με το πλαγκ δεν μπορεί να κρατηθεί κ γαβγίζει για να τελειώσει τον χαϊδεύω λίγο μπροστά κ χύνει τον φιλάω, του βγάζω τη μάσκα κ το λουρί πάμε για μπάνιο κ κοιμόμαστε στο κρεβάτι the end. Είναι απλά μια φαντασίωση, χωρίς ξύλο βέβαια, να είσαι επιεικής -:P».
Το διάβασα επιπόλαια στην αρχή, προσεχτικότερα την δεύτερη φορά. «– Πώς σου φάνηκε; – Καλή ιδέα…» την ειρωνεύτηκα. «– Ωχ τόσο χάλια; – Άκου, θα είμαι ειλικρινής. Πρόκειται για μια θεμιτή BDSM-ική φαντασίωση, ωστόσο αυτό το κατοικίδιο που περιγράφεις δεν είναι Βλαντ. Πολύ λάδι κι από τηγανίτα λίγα πράγματα. Πολύ θέατρο δηλαδή κι ελάχιστη σωματική επαφή. Taboos δεν έχω, σε ρόλους δεν πιστεύω, πιστεύω μονάχα στις ωραίες κάβλες. Όμως θα ξενερώσω. Δεμένος και χωρίς στύση, σε τι θα σου φανώ χρήσιμος; – Ουφφφ καλά ξέχασέ το, έτσι κι αλλιώς μια φαντασίωση είναι. – Όχι, όχι, περίμενε! Εσύ εκπληρώνεις κάθε παράλογη φαντασίωσή μου. Πρέπει να είναι αμοιβαίο. ΘΕΛΩ να είναι αμοιβαίο! Μου επιτρέπεις να το προσαρμόσω στα μέτρα μας; – Σου επιτρέπω…» συγκατάνευσε απρόθυμα. Δεν ασχοληθήκαμε έκτοτε και η φαντασίωση έμεινε στα χαρτιά….
Η σκηνή διαδραματίζεται στην τελευταία μας συνεδρία. Την διέταξα να στηθεί «στα τρία», δηλαδή γονατιστή σε στάση ικεσίας, με τα πέλματα να εξέχουν του κρεβατιού. Ιδού λοιπόν η Ανέφικτη με το μολύβι του Jules De Bruycker:

Πρόγραμμα δεν έχω ποτέ, λειτουργώ με οδηγό την έμπνευση της στιγμής. Σκόπευα να της προσφέρω μερικά πυγοραπίσματα, είτε με την παλάμη είτε με το δερμάτινο paddle. Θα συνέχιζα με μία φάλαγγα (bastinado) με την χειροποίητη βέργα από βερνικωμένο ξύλο τριανταφυλλιάς, που μου κόστισε μια μικρή περιουσία τις μέρες των παχέων αγελάδων. Για cane πήγαινα, όμως ο ξυλουργός με συμβούλεψε σοφά: «– Θα μεταφέρεται δύσκολα… Καλύτερα να περιοριστείς σε εξήντα εκατοστά», όπερ και εγένετο. Και θα ολοκλήρωνα με διείσδυση πρωκτική ή κολπική, αναλόγως τα κέφια μας. Στάθηκα πίσω της λοιπόν και θαύμασα τους γλουτούς της εκ του σύνεγγυς. Στ’ αριστερά μου μια πετσέτα με αραδιασμένα προσεκτικά τα καλούδια, στα δεξιά μου ένα ποτήρι αφρώδης ροδίτης. Καλή επιλογή, δροσερό γλυκόπιοτο κρασί, που δεν απαιτεί ανοιχτήρι… Θυμήθηκα ένα παλιό κλειτοριδικό παιγνίδι. «– Λες να δουλεύει κι εδώ;». Σήκωσα το ποτήρι κι έριξα μερικές σταγόνες χαμηλά στην λεκάνη της. Αιφνιδιάστηκε, ρίγησε, γουργούρισε με ικανοποίηση. Το περισσότερο κρασί την διέτρεξε και σχημάτισε μικροσκοπικούς σταλακτίτες στο εφηβαίο της. Μερικές σταγόνες που λίμνασαν στο ορθό της, τις ρούφηξε μέσα της με γοργές αναρροφήσεις. Πρωτοφανές σε μένα τουλάχιστον, σπινθήρισε την φαντασία μου. Επανέλαβα τελετουργικά την κίνηση με το ποτήρι. Ο σταλακτίτης μεγάλωσε, το κρασί έρρευσε κατά μήκος των μηρών της, μια μεγαλύτερη ποσότητα εγκλωβίστηκε πίσω της. Άνοιξα τρυφερά τους γλουτούς της και προχώρησα στην ανόσια μετάληψη. «– Αχχχ Vladimir μου!». Πρώτη φορά επικαλέστηκε έτσι το ψευδώνυμο και δη με κτητική αντωνυμία. Η γλώσσα μου άνοιγε δρόμο και κείνη με διαδοχικές συσπάσεις την ρουφούσε βαθύτερα μέσα της, όσο επέτρεπε η ανατομία μας. Ακόμη κι αυτή η πλέον απόκρυφη κοιλότητά της μύριζε πούδρα, καθαριότητα και σαμπάνια. Επανέλαβα, μέχρι που άδειασα ένα ποτήρι μέσα της. Ξεκόλλησα από πίσω της και περισυνέλεξα τις πολύτιμες σταγόνες από το εφηβαίο, τους μηρούς, τις γάμπες της. Ήταν υγρή μέχρι τους αστραγάλους, ένα σπάνιο μίγμα σαμπάνιας και των εκκρίσεών μας… «– Δεν γαργαλιέσαι εδώ; – Συνέχισε!». Σκέτη προστακτική, καθόλου ευκτική! Ενόσω τ’ ακροδάχτυλά μου εκτελούσαν το δρομολόγιο από τις γάμπες στην λεκάνη της μετ’ επιστροφής, φίλησα διστακτικά τα πέλματα που σκόπευα να πονέσω. «– Μωρό μου…» μουρμούρισε. Δεύτερη κτητική αντωνυμία. Απέβαλα κάθε δισταγμό και λάτρεψα τα πέλματά της. Δίχως να ρωτήσει, εγκατέλειψε την στάση ικεσίας κι ανασκουμπώθηκε στο κρεβάτι, με τα πέλματα πάντα να εξέχουν. «– Γιατί; – Θέλω να βλέπω!». Έβλεπα κι εγώ μιαν άλλη γυναίκα. Εξίσου πανέμορφη, εξίσου καβλιάρα, αλλά διαφορετική. Κράτησα στοργικά τις πατούσες της, τις έτριψα στο πρόσωπο και το στέρνο μου και τις πήρα στο στόμα μου, σα να τους προσέφερα στοματικό σεξ. Κράμα ικανοποίησης κι αυταρέσκειας το βλέμμα της. Πιπίλισα τα δάχτυλά της ένα-ένα, έγλυφα ανάμεσά τους, μετά όλα μαζί στο στόμα μου – χωρίς πρόγραμμα κι εντελώς αβίαστα…
«– Πάρε με!» με διέκοψε απότομα. Ο κόλπος της μου φάνηκε αφύσικα υγρός και διεσταλμένος. Το κρασί ίσως; Προτίμησα να παίξω με την κλειτορίδα της: διάλεξα μια φράουλα από το πιάτο που συνόδευε τον αφρώδη και την ξενάγησα στον θαυμαστό της κόσμο. Το βλέμμα της ημέρεψε, αλλά η Ανέφικτη δεν απεμπόλησε την πρωτοβουλία, πίεσε απαλά την φράουλα στην είσοδο του κόλπου της. Την κρατούσα από το κοτσάνι, λόγω όμως της υγρασίας και των συσπάσεων του κόλπου έχασα τον έλεγχο και το θεόσταλτο φρουτάκι κατέληξε μέσα της. «– Μμμ… – Μήπως είναι επικίνδυνο; – Δεν ξέρω.. αχχ!». Λιγάκι ανήσυχος, επιχείρησα να βγάλω την φράουλα με τα δάχτυλά μου, όμως το μόνο που κατάφερα ήταν να την χώνω όλο και βαθύτερα. Έπαιξε κουνώντας κυκλικά τους γοφούς, λες κι είχε μέσα της κινέζικα μπαλάκια. Στο τέλος στήθηκε μόνη της: «– Τώρα! – Έτσι;;; – Έτσι!». Την πήρα λοιπόν, με την συνδρομή του πιο απίθανου «βοηθήματος»… Όταν τελειώσαμε, τα σεντόνια είχανε μουλιάσει από το κρασί και τον χυμό φράουλας. «– Τη νοιώθω ακόμη μέσα μου ξέρεις. Πρέπει να μπω στο μπάνιο…». Την ακολούθησα. Η φράουλα στραπατσαρίστηκε για τα καλά, αλλά δεν πολτοποιήθηκε. «– Τάισε μου την! – Είσαι τρελός… – Παθιασμένος είμαι.». Έχωσε την φράουλα στο στόμα μου και την μοιράστηκε, κολλώντας τα χείλη της στα δικά μου…